Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

Η έννοια Απεχθές Χρέος και ο Πρόεδρος που τα έβαλε με τους Πιστωτές του.

«Μέσω μάχης κερδίζεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων και όχι μέσω της υποταγής στις επιταγές των πιστωτών.» 
Με αυτή τη φράση ο Ερίκ Τουσέν πρόεδρος της CADTM, σφραγίζει την συνέντευξη του στο ντοκιμαντέρ «deptOcracy”. 




Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή...
Η ιστορία ξεκινάει την δεκαετία του 1920 με τον Αλεξάντερ Σακς, Υπουργό στη Τσαρική Ρωσία και ειδικό σε θέματα δικαίου, που μετά την επανάσταση του 1917 βρέθηκε να διδάσκει σε πανεπιστήμια της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών. Το 1927 παρουσίασε μια λαμπρή ιδέα. Την έννοια του Απεχθούς Χρέους. Για να ορίσουμε ένα χρέος ως Απεχθές πρέπει να υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις: 


1ον - Τα δάνεια να συμφωνήθηκαν χωρίς τη συγκατάθεση των πολιτών.
2ον - Τα δάνεια να σπαταλήθηκαν σε δραστηριότητες που δεν ωφέλησαν το έθνος.
3ον - Ο πιστωτής να ήταν ενήμερος γι’ αυτή την κατάσταση και να σφύριζε αδιάφορα.


Οι προτάσεις του Σακς ακούγονται προοδευτικές αν όχι επαναστατικές, στην πραγματικότητα όμως εκείνη την εποχή, εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα μιας αναδυόμενης υπερδύναμης… των Ηνωμένων Πολιτειών.




Δεκέμβριος 2002 και ο Λευκός Οίκος βάζει τις τελευταίες πινελιές στην επιχείρηση εισβολής και κατάληψης του Ιράκ. Προετοιμάζονται για την επόμενη μέρα της ανατροπής του Σαντάμ Χουσείν. Το State Department γνωρίζει ότι θα κληθεί να διαχειριστεί το τεράστιο δημόσιο χρέος του Ιράκ, και θέλει να αποδείξει ότι είναι απεχθές.
Μάρτιος 2003 οι ΗΠΑ με της εισβάλουν στο Ιράκ. Τρεις βδομάδες αργότερα, ο Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, συγκαλεί τους ομολόγους του της G8 και τους λέει: «Το χρέος του Σαντάμ Χουσείν είναι απεχθές», «Το καθεστώς του Χουσείν ήταν δικτατορικό. Πρέπει να αποκηρύξουμε το χρέος του.» Ο Τζέιμς Μπέικερ πρώην υπουργός οικονομικών των ΗΠΑ πείθει την διεθνή κοινή γνώμη ότι το χρέος του Ιράκ είναι Απεχθές.
Οι ΗΠΑ συνειδητοποιούν όμως ότι με αυτή τους την ενέργεια, θα ανοίξουν τους «Ασκούς του Αιόλου», νομιμοποιώντας την έννοια του Απεχθούς Χρέους στον 21ο αιώνα.
Έτσι αποφασίζουν να κρύψουν την υπόθεση κάτω από το χαλάκι Οι άλλες χώρες συμφωνούν να αφαιρέσουν το 40% του χρέους του Ιράκ με την προϋπόθεση να μην χρησιμοποιείται ο όρος Απεχθές Χρέος για ευνόητους λόγους. Έτσι οι ΗΠΑ συνεχίζουν να βοηθούν το Ιράκ να σβήνει παλιές οφειλές χωρίς να ακούγεται ο όρος Απεχθές Χρέος.




Η ιστορία μας συνεχίζεται σε ένα άλλο κράτος που κατάφερε να αποδείξει ότι το χρέος του όχι μόνο ήταν Απεχθές αλλά παράνομο και αντισυνταγματικό...Τον Ισημερινό.
Το 1982 εισχωρεί στον Ισημερινό το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) με μια επιτροπή «Σοφών» που εκπροσωπεί τους Μεγάλους Πιστωτές. Ο ισημερινός αρχίζει και δανείζεται όλο και περισσότερα με αποτέλεσμα τις δεκαετίες '80 '90 και μέχρι το 2005 να πηγαίνει το 50% του προϋπολογισμού στην αποπληρωμή του Χρέους. 
«Σκοτώναμε το λαό μας» θα εξομολογηθεί ο Ούγκο Αρίας πρόεδρος της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του Ισημερινού.
Ο Ισημερινός εξεγείρεται και αναλαμβάνει πρόεδρος ο Λούτσιο Μποντιέρε, ο οποίος εμφανιζόμενος σχεδόν σαν σοσιαλιστής, υπόσχεται κοινωνικές παροχές. Αναλαμβάνοντας όμως τα καθήκοντα του, κλείνει νέα συμφωνία με το ΔΝΤ και επιβάλει νέα μέτρα εξοντωτικής λιτότητας. Οι πολίτες αποφασίζουν πως πρέπει να φύγει και ο Λούτσιο Μποντιέρε διαφεύγει με το ίδιο μέσο που χρησιμοποιούσαν και οι πρόεδροι της Αργεντινής… το ελικόπτερο.
Ο αντιπρόεδρος Παλάσιο αναλαμβάνει την εξουσία με καλές προθέσεις, αλλά σύντομα υποκύπτει στις πιέσεις της Ουάσινγκτον.


Έτσι ο λαός θα στραφεί στον μοναδικό πολιτικό που είχε αντισταθεί στις πιέσεις… τον Ραφαέλ Κορέα. Έχοντας σπουδάσει οικονομικά στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, γνωρίζει πολύ καλά πως πρέπει να αντιμετωπίσει κάποιος το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αν έχει την πολιτική βούληση.
Το 2005 από την θέση του Υπουργού Οικονομικών, θεώρησε αφύσικο, τα έσοδα του πετρελαίου να πηγαίνουν στην αποπληρωμή του χρέους, αντί σε δαπάνες για την παιδεία, την υγεία και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. 
Η θέση της παγκόσμιας τράπεζας? «Δεν θα δανείζουμε στον Ισημερινό, αν υπάρξει τέτοιος νόμος». Ο Κορέα θέλοντας να υπερασπίσει την αξιοπρέπεια και το συμφέρoν του λαού του παραιτείται. Αυτή του η πράξη τον κάνει και πάρα πολύ δημοφιλή στον λαό του Ισημερινού.


Το 2006 έχοντας πλέον εκλεγεί Πρόεδρος, ο Ραφαέλ Κορέα παίρνει μια από τις πρώτες του αποφάσεις. Να απελάσει τον εκπρόσωπο της Παγκόσμιας Τράπεζας, και να ζητήσει από τους εκπροσώπους του ΔΝΤ να αποχωρίσουν από το κτίριο στης Κεντρικής Τράπεζας του Ισημερινού.
«Η ανόητη, ανίκανη και ανέντιμη διεθνής γραφειοκρατία, πρέπει να σεβαστεί τη χώρα μας. Διατηρούμε το δικαίωμα να πράξουμε τα δέοντα για τη ζημιά που υπέστη η χώρα και το δικαίωμα να κηρύξουμε παράνομα τα χρέη μας προς την Παγκόσμια Τράπεζα.» δηλώνει μεταξύ των άλλων σε μια από τις πρώτες του συνεντεύξεις.
Έξι μήνες αργότερα αναθέτει σε επιτροπή να εξετάσει όλα τα συμβόλαια για το δημόσιο χρέος από το 1976 έως το 2006. Παρά τα εμπόδια η επιτροπή κατάφερε να ολοκληρώσει το έργο της, βγάζοντας το συμπέρασμα ότι ένα μεγάλο μέρος του χρέους είναι μη νομιμοποιημένο.
Έχοντας τα στοιχεία της επιτροπής, η κυβέρνηση αποδεικνύει ότι το χρέος είναι μη νομιμοποιημένο άρα και Απεχθές, και ανακοινώνει Στάση Πληρωμών για το 70% του Ομολογιακού Χρέους του Ισημερινού.
Οι κάτοχοι του Χρέους αρχίζουν να πωλούν τα ομόλογα τους στο 20% της αξίας τους. Η κυβέρνηση Κορέα, αρχίζει μυστικά να τα αγοράζει, κερδίζοντας ακόμα και τους τόκους που έπρεπε να πληρώσει. Έχοντας εξοικονομήσει αρκετά δις δολάρια, μπορεί πλέον να αυξήσει τις δαπάνες για την παιδεία, την υγεία, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την βελτίωση των υποδομών.




Και ερχόμαστε στην Ελλάδα του 2011. Χρωστά στα αλήθεια ο Ελληνικός λαός όσα του ζητούν; 
Ερίκ Τουσέν πρόεδρος της CADTM: «Το πρόσφατο ελληνικό χρέος έχει σημάδια μη νομιμότητας και παρανομίας. Όταν οι αρχές λαμβάνουν μίζες από πολυεθνικές, όπως η Siemens για πάνω από δέκα χρόνια και να κερδίζουν συμβόλαια, τότε μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν σημάδια παρανομίας και μη νομιμότητας. Είναι προφανές σε μένα.»


Η Ζάρα Βάγκενκνεχτ αντιπρόεδρος Die Linked: «Ένα μεγάλο κομμάτι των κρατικών χρεών στη Ευρωζώνη είναι μη νομιμοποιημένο, γιατί δημιουργήθηκε από μια πολιτική ενάντια στα συμφέροντα του κόσμου. Γι΄αυτό δεν πρέπει να πληρώσουν οι πολίτες αυτό το χρέος.» 


Κώστας Λαπαβίτσας καθηγητής Οικονομικών: «Και όλο το χρέος να αποδειχτεί νόμιμο, που δεν θα αποδειχτεί, πάλι η Ελλάδα δεν μπορεί να το σηκώσει πάλι θα πρέπει να διαγραφεί… Εάν η εξυπηρέτηση του χρέους επιβάλει διάλυση των νοσοκομείων, διάλυση της παιδείας... τότε το χρέος σε κοινωνική βάση είναι μη αναγνωρίσιμο..» 


Το παράδειγμα του Ισημερινού μας δείχνει ότι όλες αυτές οι παράνομες και Απεχθείς συμβάσεις μπορούν να έρθουν στο φώς μέσα από την δημιουργία μιας Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου, και ο μόνος που έχει την ηθική εξουσία και το δικαίωμα να ζητήσει λογιστικό έλεγχο είναι ο λαός που υφίσταται τις συνέπειες.


Μπέτσκας
Το μαύρο πρόβατο της ενημέρωσης 

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

1920-1922 Μικρασιατική καταστροφή - Η ιστορία που δεν υπάρχει στο σχολείο (2ο μέρος)


η ομάδα Φράγκου

Οι δυνάμεις του Αθανασίου Φράγκου τό βράδυ της 16ης Αυγούστου 1922 βρίσκονταν στό Τσουρούμ Δάγ, δυτικώς του Τουμλού Μπουνάρ, εκτός από τούς τσολιάδες του Πλαστήρα πού ήταν προωθημένοι στό Χασάν Ντεντέ Τεπέ, περιμένοντας τίς δυνάμεις του Τρικούπη. Αλλεπάλληλες τουρκικές επιθέσεις ανάγκασαν τόν Φράγκου σέ περαιτέρω υποχώρηση, καί αφού εγκατέλειψε τήν κοιλάδα Μπανάζ, οχυρώθηκε ανατολικά του Ουσάκ γιά να καλύψει τή σιδηροδρομική γραμμή.

Τό βάρος της μάχης τό έλαβε τό 34ο σύνταγμα του Ιωάννη Πιτσίκα τό οποίο κράτησε τίς θέσεις του, μέχρι πού δέχτηκε επίθεση από τό αριστερό του, πού κάλυπτε τό 4ο σύνταγμα του αντισυνταγματάρχη Χατζηγιάννη. Ο τελευταίος, χωρίς ιδιαίτερη πίεση παράτησε τή θέση του καί τράπηκε σέ φυγή. Εκείνη τή στιγμή συνέβη κάτι το απίθανο. Από ένα αντικρινό λόφο κατέβαιναν τραγουδώντας οι τσολιάδες του 5/42. Είχαν διασπάσει τίς τουρκικές γραμμές καί επέστρεφαν εν πλήρει τάξη. Ο Καρα - Σείτάν μάζεψε τότε τούς φυγάδες του 4ου συντάγματος μαζί μέ τόν διοικητή τους καί ξεκίνησε αντεπίθεση κατά του εχθρού. Ο "Μαύρος Καβαλλάρης" μετέτρεψε τά πρόβατα σε λιοντάρια. Οι στρατιώτες μας είχαν ανάγκη από ηγέτες, αλλά τούς άξιους αξιωματικούς τούς είχε εκδιώξει η κυβέρνηση των Αθηνών. Καί βεβαίως είχαν δίκιο οι Βυζαντινοί πού έλεγαν: "βέλτιον λέοντα άρχειν ελάφων ήπερ λεόντων έλαφον"

H ζημιά από τή φυγή Χατζηγιάννη είχε ήδη γίνει. Τό Ουσάκ, κέντρο ανεφοδιασμού, έπεσε. Η φάλαγγα Φράγκου υποχωρούσε ακόμα δυτικότερα. Αν κρατούσε ο Φράγκου 24 ώρες ακόμα στό Ουσάκ, θά κατάφερνε νά ενωθεί μέ τόν Τρικούπη, ο οποίος παραδίδονταν στίς 20 Αυγούστου στά περίχωρα της πόλης. Η τραγωδία των μεραρχιών πού διοικούσε ο Φράγκου συνεχίζονταν.
«Τα υψώματα του Ακ Τας δεσπόζουν του κάμπου που ξαπλώνεται, απέραντος θάλεγε κανείς, βορειανατολικά της Φιλαδέλφειας. Εκεί, μέσα σ' ένα σύδενδρο έχει στήσει το καραούλι του ένας Τσολιάς και το θέαμα, που βλέπει, τον κάνει να χλωμιάσει από την φρίκη. Ένα ατέλειωτο λεφούσι ξεχύνεται μέσα στο κάμπο, είναι αμέτρητοι οι Τούρκοι. Κινούνται ταχύτατα, σαν να ήθελαν να προφθάσουν κάτι. Τι; Μα τι άλλο; - το Στρατό μας. Θέλουν να καταλάβουν το Ακ Τας και ν' αποκόψουν τις Μεραρχίες του Φράγκου και του Γονατά. Η παράδοση του Τρικούπη τους είχε ανοίξει την όρεξη. Πίστευαν, ότι θα πιάσουν όλο το Στρατό μας αιχμάλωτο.

Τη στιγμή που ο Πλαστήρας παίρνει την αναφορά του σκοπού του, καταφθάνει κι ένας αγγελιαφόρος της 7ης. Ο μέραρχος Κουρουσόπουλος πληροφορεί το διοικητή του 5/42 ότι πιέζεται ισχυρά και του ζητεί να καταλάβει τα υψώματα του Ακ Τας, καλύπτοντας το αριστερό του. Κι ο Πλαστήρας διαισθάνεται αμέσως, ότι είναι η ευκαιρία να επαναλάβει το θρίαμβο του Ασλανάρ. Δεν σπεύδει να καταλάβει τα υψώματα. Παρακολουθεί τις τούρκικες περιπόλους, που προωθούνται για ν' αναγνωρίσουν το Ακ Τας. Κι όταν φεύγουν για ν' αναφέρουν στο Φεβζή Πασά, ότι είναι αφύλακτα, οι Τσολιάδες μας σκαρφαλώνουν έρποντας - γνωρίζουν τις συνήθειες του διοικητή τους κι εκτελούν τις διαταγές του με σχολαστική ακρίβεια.

Οι Τούρκοι είναι τετραπλάσιοι. Προχωρούν όμως, ανύποπτοι, βέβαιοι ότι ο Στρατός μας έχει φθάσει στη Φιλαδέλφεια. Προπορεύονται τμήματα ιππικού - περίπου 500 ιππείς κι ακολουθούν το πεζικό σε πυκνές φάλαγγες. Βιάζονται και δεν παίρνουν αυστηρά μέτρα ασφαλείας. Αλλ' οι Τσολιάδες μας καραδοκούν με το δάκτυλο στη σκανδάλη.

Χρειάζεται μεγάλη ψυχραιμία για ν' αφήνεις τον τετραπλάσιο εχθρό να φθάνει μέχρι την κάνη του τουφεκιού σου, απόλυτη πειθαρχία πυρός, πίστη στην ηγεσία και, προς παντός, ψυχή. Οι Τούρκοι έχουν πλησιάσει τόσο κοντά, που οι Τσολιάδες διακρίνουν τα χαρακτηριστικά τους, ακούνε τις κουβέντες τους - το χνώτο τους βαραίνει την ατμόσφαιρα. Κι άξαφνα ξεσπά ο κεραυνός. Οι πλαγιές ξερνούν καυτό μολύβι, σείεται η κοιλάδα. Τα πολυβόλα μας αποδεκατίζουν τους Τούρκους, τ' άλογα χλιμιντρίζουν αγριεμένα, ρίχνουν τους αναβάτες τους και τρέπονται σε φυγή. Τα βογγητά αντηχούν ως πέρα, μέχρι τη κοιλάδα του Αλή Βεράν - μνημόσυνο στις ψυχές των αδικοσκοτωμένων παλικαριών μας.

Οι Τούρκοι κάνουν να φύγουν τότε επεμβαίνει το πυροβολικό. Εκτελεί πυρά φραγμού - όχι για να πλησιάσουν οι Τούρκοι, αλλά για να μη φύγουν. Τους έχει ζώσει ένας πύρινος κλοιός.

Κάποτε τα πολυβόλα άναψαν, οι κάνες των πυροβόλων κοκκίνησαν. Οι Τσολιάδες ορμούν το γνωρίζουν καλά το μάθημα τους. Δεν ήταν επίθεση εκείνη - σαν δαίμονες ξεπηδούν τα παλικάρια της Θεσσαλίας μας. Είναι οι τρομεροί εκδικητές της σφαγής του Αλή Βεράν. Και οι τρείς Μεραρχίες - αυτές ήταν οι δυνάμεις, που αντιμετώπισε το 5/42 - τρέπονται σε φυγή. Είναι τόσο τρομοκρατημένοι οι Τούρκοι, ώστε μέχρι το βράδυ δεν τολμούν να πλησιάσουν.» 


Γιάννης Καψής - Χαμένες Πατρίδες, 1962
Τήν επομένη τό ελληνικό στράτευμα συμπτύχθηκε πρός τή Φιλαδέλφεια (Αλάσεχιρ). Στήν πόλη είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες πρόσφυγες Ελληνες καί Αρμένιοι. Ετρεχαν νά γλυτώσουν από τούς τσέτες, αλλά ταυτόχρονα εμπόδιζαν τόν ελληνικό στρατό να οργανώσει στοιχειωδώς τήν άμυνά του. Ο Φράγκου έψαχνε τήν 5η Μεραρχία γιά νά της δώσει εντολή νά μεταφερθεί σιδηροδρομικώς στό Σαλιχλί γιά νά οργανώσει νέα γραμμή αμύνης. Αλλά 5η Μεραρχία δέν υπήρχε. Την αποστολή αυτή ανέλαβε ποιός άλλος; Ο "Καρα Σεϊτάν", ο οποίος έσπευσε μέ τό 5/42 στό Σαλιχλί, όπου θα ετίθετο υπό τάς διαταγάς του διοικητή της Μεραρχίας Ιππικού, υποστράτηγου Καλλίνσκυ.

Δυστυχώς όμως, ο Πλαστήρας φθάνοντας στό Σαλιχλή, διαπίστωσε ότι η Μεραρχία Ιππικού δέν είχε οργανώσει δεόντως τήν άμυνα της πόλεως. Ο Θεσσαλός συνταγματάρχης συνέστησε τήν αλλαγή του τρόπου αμύνης καί πρότεινε ένα σχέδιο σύμφωνα μέ τό οποίο οι Τσολιάδες του θα καθήλωναν τους Τούρκους καί θα τους υποχρέωναν να πεζομαχήσουν. Κι όταν η μάχη θα είχε ανάψει για καλά, το ιππικό μας θα εξαπέλυε επίθεση από τα αριστερά. Ο Καλλίνσκης μέ τόν επιτελάρχη του Αλέξανδρο Παπάγο συμφώνησαν κι ο Πλαστήρας ξεκίνησε να επιστρέψει στους Τσολιάδες του. Επιστρέφοντας άκουσε πυροβολισμούς. Τί είχε γίνει;
«Ένα από τα τάγματα του Πλαστήρα είχε καταυλισθεί όπως είδαμε, στις νότιες παρυφές του Σαλιχλή. Οι Τσολιάδες μας είχαν την ανέλπιστη τύχη να κοιμηθούν - με τις αρβύλες, ζωσμένοι τις ξιφολόγχες και τις μπαλάσκες, είναι αλήθεια, αλλά κοιμόντουσαν. Πριν ακόμη χαράξει, ένας νεαρός διοικητής λόχου, ο ανθυπολοχαγός - τότε - Μινιουδάκης, σηκώθηκε και μ' ένα συνάδελφό του προχώρησε να πλυθεί σε μια κοντινή βρύση. Ποιος ξέρει πότε άλλοτε θα είχε κανείς τη τύχη να τον φυλάγουν άλλοι! Πίστευε, ότι το ιππικό μας κρατούσε τη στενωπό των Αντάλων. Αλίμονο, όμως, δεν ήταν γραφτό να πλυθεί. Είχε πλησιάσει στη βρύση, όταν είδε δυο-τρεις σκιές να κινούνται στο βάθος του δρόμου. Πρόσεξε καλύτερα και κατάλαβε. Ήταν Τούρκοι. Δεν μπορούσε να κάνει λάθος. Αλλά κι αν αμφέβαλε, μια σφαίρα, που σφύριξε δίπλα του, τον έπεισε απόλυτα.

Οι Τσολιάδες πετάχθηκαν ξαφνιασμένοι. Είχαν αιφνιδιασθεί. Αρπαξαν τα όπλα τους κι οχυρώθηκαν πρόχειρα μέχρις ότου διαπιστώσουν πού ήταν ο εχθρός. Δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Οι Τούρκοι κατείχαν την απέναντι πλευρά του δρόμου. Είχαν μπει στο Σαλιχλή πριν από τους Τσολιάδες, τους οποίους δεν αντιλήφθηκαν όταν έφθασαν, περασμένα μεσάνυκτα - όπως δεν τους αντελήφθηκαν κι οι Τσολιάδες. Κι οι δύο αντίπαλοι αιφνιδιάστηκαν, περισσότερο, όμως οι δικοί μας. Μέσα σε λίγα λεπτά μια σκληρή οδομαχία είχε ανάψει μέσα στο Σαλιχλή. Την ίδια εκείνη στιγμή τα δύο άλλα τάγματα του 5/42, είχαν αφήσει την κωμόπολη και προχωρούσαν προς Βορρά. Έτσι, το Σαλιχλή βρέθηκε αμαχητί στα χέρια των Τούρκων, ο σταθμός κατελήφθη. Μόνο ο ταγματάρχης Παναγάκος, επιτελής της Στρατιάς, που βρέθηκε αποκομμένος εκεί, οχυρώθηκε σ' ένα δωμάτιο του σταθμού και αντέταξε λυσσώδη άμυνα - έδωσε στους Τούρκους ένα ακόμη μάθημα του τι θα πει Έλληνας αξιωματικός.

Η περιγραφή της μάχης του Σαλιχλή θα έπρεπε να σταματήσει στο σημείο αυτό. Ας μείνει η φαντασία ελεύθερη, αχαλίνωτη, για να ξαναζωντανέψει την ανδρεία των λιγοστών εκείνων παλικαριών, που έπλυναν στο τουρκικό αίμα τη προσβολή του Καρατζά Χισάρ. Ας αφηνιάσει η φαντασία - και πάλι δεν θα μπορέσει να δώσει όλο το μεγαλείο της μάχης του Σαλιχλή.

Οι Τσολιάδες μας αιφνιδιάστηκαν, είναι αλήθεια. Αλλά δεν πανικοβλήθηκαν. Αρπαξαν τα τουφέκια τους κι εφάρμοσαν το γνώριμο επιτελικό σχέδιο τους - όρμησαν κραυγάζοντες «Αέρα!». Κι η τρομερή κραυγή τους ακούσθηκε σαν κεραυνός. Όρμησαν και τ' αστραποβόλημα των λογχών τους διέλυσε το σύθαμπο του πρωινού. Ήταν τρομακτική η σύγκρουση. Οι Τούρκοι είχαν ένα πυροβόλο κι άρχισαν να βάλλουν αδιακρίτως. Έριχναν και στα τούρκικα σπίτια και τα πυρομαχικά, που έκρυβαν οι Τούρκοι κάτοικοι, τιναζόντουσαν στον αέρα, πνίγοντας την ατμόσφαιρα στη σκόνη.

Ο Πλαστήρας, μόλις άκουσε τους πυροβολισμούς, έμπηξε άγρια τα σπιρούνια του στα πλευρά του αλόγου του και το υποχρέωσε να τιναχθεί αγριεμένο - χύθηκε σαν θύελλα. Ο υπασπιστής του δεν μπορεί να τον παρακολουθήσει. Κι αυτό τον σώζει. Μπαίνοντας στο Σαλιχλή πέφτει σε μια τουρκική περίπολο. Τ' άλογό του σκοτώνεται κι ο Πλαστήρας τραβά το περίστροφο για ν' αμυνθεί - να πολεμήσει για τη ζωή του πλέον. Στην κρίσιμη στιγμή φθάνει ο υπασπιστής κι οι Τούρκοι διαλύονται. Με τ' άλογο του υπασπιστή του τώρα, ο Πλαστήρας φθάνει στο τρίτο τάγμα του. Νομίζει, ότι έχουν προσβληθεί τα δύο άλλα κι αναζητά την εφεδρεία για να τα βοηθήσει. Βρίσκει, όμως την εφεδρεία να έχει εμπλακεί σ' έναν απελπισμένο αγώνα.

Ήταν δεινή η θέση των Τσολιάδων μας. Είχαν σχεδόν κυκλωθεί - ήταν αδύνατο να ξεχωρίσουν από πού τους κτυπούσαν οι Τούρκοι. Οι καπνοί των εκρήξεων, ο κουρνιαχτός της μάχης σκέπαζαν τα πάντα. Δεν υπήρχε παρά μια μόνο διέξοδος: ν' ανοίξουν το δρόμο ανάμεσα στους Τούρκους - πατώντας στα κορμιά τους. Κι έξαφνα, μέσα στον ορυμαγδό, ακούσθηκε το νοσταλγικό πια σάλπισμα «Προχωρείτε... προχωρείτε».

Η μάχη του Σαλιχλή θα μπορούσε να ήταν υπόδειγμα τακτικής - μια πολύωρη οδομαχία μ' όλους τους κανόνες της πολεμικής τέχνης. Θα μπορούσε να ήταν ακόμη ένα θαυμάσιο παράδειγμα πειθαρχίας - οι Τσολιάδες μας, αν κι αιφνιδιάστηκαν, αν κι αποκόπηκαν δεν τους συνεπήρε η θύελλα του πανικού. Περισσότερο, όμως κι από υπόδειγμα τακτικής, παράδειγμα πειθαρχίας, είναι ένα θαυμάσιο δείγμα της ελληνικής παλικαριάς. Πενταπλάσιοι, ίσως και δεκαπλάσιοι, ήταν οι Τούρκοι. Καλύτερα οπλισμένοι από τους δικούς μας, ευέλικτοι επάνω στ' άλογά τους. Τα είχαν όλα, πλην της ελληνικής ψυχής, που ξεπετάχτηκε μέσα απ' τη συμφορά, υπέροχη, ωραία, παρά ποτέ άλλοτε.

Σαν διάβολοι πήδηξαν οι Τσολιάδες μας. Με την ξιφολόγχη, σαν τα σαλιγκάρια έβγαζαν τους Τούρκους μέσα από τα σπίτια τους. Οι οβίδες έσκαγαν εδώ κι εκεί - κανείς δεν γνώριζε από πού προέρχονταν, για ποιον προορίζονταν. Το αίμα έβαψε άφθονο το καλντερίμι του Σαλιχλή. Ήταν τρομερή η επιθετική ορμή των ανδρών μας, αλλά και λυσσώδης η άμυνα των Τούρκων. Οι αντίπαλοι γνώριζαν καλά, ότι η μάχη εκείνη θα έκρινε οριστικά, όχι πια την μικρασιατική εκστρατεία - ήταν πλέον οριστικά καταδικασμένη. Στη μάχη του Σαλιχλή κρινόταν ο πόλεμος Ελλάδας και Τουρκίας.» 


Γιάννης Καψής - Χαμένες Πατρίδες, 1962
Η νίκη της 23ης Αυγούστου στό Σαλιχλή, έδωσε τήν ευκαιρία στά υπόλοιπα τμήματα του ελληνικού στρατού να υποχωρήσουν χωρίς ιδιαίτερη ενόχληση από τούς Τούρκους. Βέβαια τό μεγαλύτερο τμήμα δέν ήταν πλέον ελληνικός στρατός, αλλά ένας όχλος ελεεινών καί εξαθλιωμένων ανθρώπων, πολλοί από τούς οποίους φέρονταν σάν κοινοί εγκληματίες καίγοντας καί βιάζοντας τήν ίδια ώρα πού οι συντρόφοι τους έδιναν τή ζωή τους, γιά να τούς γλυτώσουν. Ο όχλος αυτός έτρεχε πρός τήν Ερυθραία νά βρεί τά πλοία πού περίμεναν στό Τσεσμέ (Κρήνη).

Εύζωνοι Κορδελιό Σμύρνης

Εν τω μεταξύ τό απόσπασμα Λούφα, έφθασε τήν 24η Αυγούστου στό Μπίν Τεπέ καί εγκαταστάθηκε στά γύρω υψώματα γιά νά καλύψει τίς συμπτυσσόμενες δυνάμεις πρός Κασαμπά. Οι τουρκικές δυνάμεις καθηλώθηκαν στό Μπίν Τεπέ, δίδοντας τόν καιρό στά ελληνικά τμήματα νά οχυρωθούν στόν Κασαμπά. Ηταν 25 Αυγούστου 1922 καί οι Τούρκοι είχαν πλησιάσει επικίνδυνα στήν Σμύρνη. Μία Σμύρνη πού η ανικανότητα της πολιτικής ηγεσία καί η προδοτική συμπεριφορά του Χατζηανέστη καί του Στεργιάδη είχαν αφήσει ανοχύρωτη.

Ανεξάρτητος Μεραρχία

Η Ανεξάρτητη Μεραρχία έφθασε στη Μικρά Ασία με αργοπορία. Είχε συγκροτηθεί στη Θράκη τον Ιούλιο του 1921 για να συμμετάσχει στην κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως. Πρώτος διοικητής ήταν ο Υποστράτηγος Γεώργιος Λεοναρδόπουλος. Τόν Αυγουστο του 1922, διοικητής της ήταν ο Δημήτριος Θεοτόκης, μέ επιτελικούς αξιωματικούς τούς διοικητές των συνταγμάτων της, Κωνσταντίνου Ιωάννη, Τσίπουρα Ν., Κολομβότσο Ν. καί Μαυρογένους Σ. Η επίθεση των Τούρκων στη περιοχή του Αφιόν την βρήκε να κατέχει τον τομέα του Σεϊντή Γαζή - Ακ Ιν. Η Μεραρχία πήρε διαταγή να σπεύσει για βοήθεια του Α' Σώματος, που σφάδαζε, ήδη, βαριά πληγωμένο. Ή κίνηση της Μεραρχίας άρχισε στις 16 Αυγούστου κι αμέσως τα τμήματα της αντιμετώπισαν σφοδρή αντίσταση.

Τό πρωϊνό της 18ης Αυγούστου, η Ανεξάρτητος Μεραρχία ξεκίνησε από το Σιδηροδρομικό Σταθμό Αλαγιούντ, με κατεύθυνση την Κιουτάχεια. Ωστόσο, μετά από μια πορεία 4 χιλιομέτρων η Μεραρχία στράφηκε προς νότον, ακολουθώντας την αμαξιτή οδό παραπλεύρως της κοίτης του ποταμού Γύμαρη, ο οποίος βρίσκεται μέσα σε ένα φαράγγι μήκους 18 χιλιομέτρων. Ο Γύμαρης είναι παραπόταμος του Σαγγάριου ποταμού. Εκεί σέ μία στενωπό, η Μεραρχία συνάντησε τά παραμορφωμένα από τά βασανιστήρια καί πολλές φορές ανασκολοπισμένα πτώματα Ελλήνων στρατιωτών. Ηταν οι στρατιώτες του 32ου Συντάγματος τό οποίο είχε εγκαταλείψει ο διοικητής του Π. Σπυρόπουλος, αφήνοντας τούς Ευζώνους του στή μοίρα τους. Ο Σπυρόπουλος ήταν από τίς περιπτώσεις εκείνων των ανίκανων αξιωματικών, ο οποίος είχε προαχθεί από λοχαγός σε αντισυνταγματάρχη μόνο καί μόνο εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων. Η εκδίωξη άξιων αξιωματικών από τόν Γούναρη, καί η αντικατάστασή του μέ ανίκανους, έφερε τήν καταστροφή στην Μικρά Ασία καί τόν χαμό χιλιάδων στρατιωτών μας.

Η Ανεξάρτητη συνέχισε την πορεία της προς την Κιουτάχεια. Ο Ινονού διέταξε την 1η Μεραρχία Πεζικού, του Νουρεντίν, να την αναχαιτίσει. Κι αμέσως ξεκίνησε μια φονική μάχη, που διήρκεσε 12 ώρες. Οι δύο αντίπαλοι πολέμησαν με λύσσα καί οι Τούρκοι ανατράπηκαν. Ήταν μεγάλες οι απώλειες της μάχης εκείνης. Το 53ο Σύνταγμα είχε σχεδόν αποδεκατισθεί. Η Ανεξάρτητη συνέχισε πρός Ουσάκ. Κανείς δεν γνώριζε την παράδοση του Τρικούπη, όταν τό πρωΐ της 20ης Αυγούστου εμφανίστηκε ένα ελληνικό αεροπλάνο το οποίο, αφού αναγνώρισε τη φάλαγγα, έριξε σιδερένιο δοχείο που περιείχε την διαταγή της Στρατιάς:

"19.8.1922. Προς Ανεξάρτητον Μεραρχίαν. Παρά πάσαν προσδοκίαν, η νότια ομάς Μεραρχιών συγκεντρούται ταχύτατα υπό την πίεσιν του εχθρού ανατολικώς της Φιλαδελφείας. Το Γ΄ Σώμα Στρατού συγκεντρούται άνευ πιέσεως ανατολικώς της Προύσης. Επειδή η τροπή των επιχειρήσεων εις την νότια ομάδα επέφερε σύμπτυξιν ταχυτέραν της αναμενομένης, κανονίσατε την θέσιν σας υποχωρούντες εν ανάγκη και προς βορράν και τρεφόμενοι εκ των πόρων της χώρας. Το Γ΄ Σώμα Στρατού διατάσσεται, όπως δι' αναγνωρίσεων αεροπορικών παρακολουθή την κίνησιν της Μεραρχίας και παρέχη αυτή πάσαν πληροφορίαν περί εχθρικών κινήσεων. Χατζανέστης Διοικητής Στρατιάς"

Το δοχείο περιείχε και προσωπικές πληροφορίες, τις οποίες είχε συλλέξει ο αεροπόρος Ξηρός Γεώργιος κατά τη διάρκεια της πτήσεως του. Από τις πληροφορίες που έδωσε ο αεροπόρος, προέκυπτε ότι το Γ' Σώμα Στρατού συμπτύσσονταν δίχως πίεση και θα μπορούσε, θεωρητικά τουλάχιστον, αντί να υποχωρήσει, να επιτεθεί στα νώτα του εχθρού που καταδίωκε το Νότιο Συγκρότημα όμως αυτό δυστυχώς δεν συνέβη. Μετά τη λήψη της διαταγής και τις προσωπικές πληροφορίες του αεροπόρου, συνεκλήθη το πολεμικό συμβούλιο της Μεραρχίας, κατά τη διάρκεια του οποίου αποφασίστηκε η πορεία προς Γκεντίζ, Σιμάβ, Σιντιργί, Κιρκαγάτς.

Ελληνες στρατιώτες σέ ναό του Δία στήν Μικρά Ασία

Από τη στιγμή εκείνη η πορεία της Ανεξάρτητης θυμίζει εκπληκτικά την κάθοδο των Μυρίων προς τη θάλασσα. Διέσχισε μία περιοχή σχεδόν αμιγώς τουρκική και δεχόμενη συνεχώς τις επιθέσεις του τουρκικού ιππικού, ενέδρες άτακτων, ακόμα καί χωρικών. Καί όμως κατάφερε νά αποκρούσει όλες τίς επιθέσεις καί νά σώσει χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιους πρόσφυγες του Κίρκαγατς και της Περγάμου. Χιλιάδες χριστιανικές ψυχές σώθηκαν χάρη στην Ανεξάρτητη Μεραρχία καί τήν γενναιότητα πού επέδειξαν οι αξιωματικοί της καί οι Ευζώνοι της.

Τό μεσημέρι της 20ης Αυγούστου, η Μεραρχία συνέχισε την πορεία της επάνω στην ίδια οδό προς Γκεντίζ. Πλησίον του Χατζί Κιόϊ, η εμπροσθοφυλακή αντίκρισε καί άλλους σωρούς από πτώματα Ελλήνων στρατιωτών, γυμνών και παραμορφωμένων με βγαλμένα μάτια και κομμένα κεφάλια. Προφανώς ανήκαν και αυτοί στο 32ο Σύνταγμα Πεζικού και είχαν σωθεί από την πρώτη ενέδρα των Τούρκων στη στενωπό νότια της Κιουτάχειας. Με τη δύση του ηλίου, σε μια θέση λίγο πριν το Γκεντίζ, η Μεραρχία, μετά από μια πορεία 30 χιλιομέτρων, σταμάτησε για να διανυκτερεύσει. Τα τρόφιμά της είχαν αρχίσει να τελειώνουν, όπως καί τά πολεμοφόδια.

Η Μεραρχία, έχοντας βγάλει το συμπέρασμα ότι το Ουσάκ βρισκόταν ήδη σε τουρκικά χέρια, άρχισε να ετοιμάζεται για την πορεία προς το Σιμάβ που βρισκόταν δυτικά του Γκεντίζ. Μετά το πρωινό ρόφημα και τη διανομή του συσσιτίου της ημέρας, οι λόχοι έκαψαν όλες τις περιττές αποσκευές για να μη δυσχεραίνεται η πορεία.

Όταν η οπισθοφυλακή είχε υπερβεί το χωριό Τσάικιοϊ, δέχτηκε επίθεση από ίλη τουρκικού ιππικού. Η δύναμη αυτή ήταν προπομπός φάλαγγας, δυνάμεως Μεραρχίας, η οποία κινούμενη από Γκεντίζ προς Σιμάβ, σκόπευε να προλάβει την κατάληψη του Σιμάβ από τους Έλληνες. Στις 04.00 της 22ας Αυγούστου η Μεραρχία ξεκίνησε προς το Σιμάβ υπό το σεληνόφως. Γύρω στις 10.00 η εμπροσθοφυλακή εισήλθε στην πόλη, με συντεταγμένη φάλαγγα κατά τετράδες, μαζί με την πυροβολαρχία της και διήλθε από το κέντρο της πόλης, με εντυπωσιακό τρόπο, σαν να επρόκειτο για παρέλαση. Οι κάτοικοι που ήταν στην πλειονότητα τους Τούρκοι, συγκεντρώθηκαν στην αγορά και περιποιήθηκαν τους Έλληνες οπλίτες, φρονίμως ποιούντες, έως ότου ξεκαθαρίσει η συγκεχυμένη κατάσταση. Φαίνεται ότι η εμφάνιση της Ανεξάρτητης Μεραρχίας στο Σιμάβ ήταν αντίθετη με τις ειδήσεις, οι οποίες κυκλοφορούσαν για την πανωλεθρία του Ελληνικού Στρατού στο Αφιόν Καρά Χισάρ.

Οι Ελληνικές δυνάμεις που ήταν εγκαταστημένες στο Σιμάβ είχαν αποχωρήσει πριν τέσσερις ημέρες, όμως στην αγορά υπήρχαν ακόμη ελληνικές επιγραφές. Ο Τούρκος δήμαρχος διατάχθηκε να παρασκευάσει αμέσως ψωμί για τους Έλληνες οπλίτες και να συγκεντρώσει κριθάρι για τα ζώα. Το 2ο επιτελικό γραφείο της Μεραρχίας ανακάλυψε μυστικό τηλέφωνο που συνέδεε το Σιμάβ με το Ντεμιρτζί και χρησιμοποίησε αξιωματικούς που μιλούσαν τουρκικά για να αποσπάσει πληροφορίες από τον Καϊμακάμη του Ντεμιρτζί. Αυτός δε τους πληροφόρησε ότι οι Τούρκοι είχαν καταλάβει το Ουσάκ και προήλαυναν προς τη Φιλαδέλφεια (Αλάσεχιρ). Επειδή αναμενόταν η άφιξη ισχυρής τουρκικής δύναμης στο Σιμάβ, ο Μέραρχος αποφάσισε να αποσύρει τις δυνάμεις του από την πόλη. Γύρω στις 21.00 η Μεραρχία αναχώρησε προς το χωριό Ορελάρ, μετά δε από πορεία 11 χλμ. έφθασε εκεί για να καταυλιστεί.

Η Ανεξάρτητη Μεραρχία ξεκίνησε στις 06.00 της 23ης Αυγούστου προς το Γενίκιοϊ, ενώ είχε φροντίσει να διαδοθεί ότι θα προχωρούσε προς το Ντεμιρτζί που βρισκόταν νότια της κοίτης του ποταμού Σιμάβ. Η πορεία μετά το Γενίκιοϊ συνεχίστηκε προς το Μουτάκιοϊ, στα περίχωρα του οποίου και καταυλίστηκε μετά από πορεία 27 χιλιομέτρων περίπου.

Στίς 25 Αυγούστου έφθασε στό Σιντιργί. Το Σιντιργί ήταν πρωτεύουσα του ομωνύμου καζά του Μπαλίκεσιρ. Τότε είχε περί τους δύο χιλιάδες κατοίκους, από τους οποίους οι μισοί ήταν Έλληνες. Τότε μια μεγάλη επιτροπή των Ελλήνων κατοίκων παρουσιάστηκε στο Μέραρχο και υπέβαλε παράκληση των κατοίκων να ακολουθήσουν τη Μεραρχία, επειδή φοβούνταν τις αντεκδικήσεις των Τούρκων. Ο Μέραρχος ήθελε μεν να βοηθήσει τους ομογενείς, όμως δεν γνώριζε αν συνέφερε να τους πάρει μαζί του. Τελικά αποφάσισε να αρνηθεί το αίτημα, μολονότι οι διοικητές των Συνταγμάτων Πεζικού επιθυμούσαν να συμπεριλάβουν στις τάξεις τους και τους αμάχους του Σιντιργί. Παρά την άρνηση του Μεράρχου, πολλές οικογένειες νύκτα εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και τις περιουσίες τους και διανυκτέρευσαν κοντά στις θέσεις καταυλισμού των τμημάτων της Μεραρχίας, επιθυμώντας να ακολουθήσουν τα τμήματα το πρωί. Εκείνη τη νύκτα κανένας δεν είχε το κουράγιο να κοιμηθεί, αφού κοντά στους καταυλισμούς είχαν έλθει ακόμη και μητέρες με τα μωρά τους στην αγκαλιά.

Το πρωί της 26ης Αυγούστου η Μεραρχία ετοιμάστηκε νά αφήσει τό Σιντιργί. Διατάχθηκε επίσης να μην επιτραπεί στους πρόσφυγες να ακολουθήσουν τη Μεραρχία, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη στεναχώρια τους και το συνεχή οδυρμό τους. Τα κορίτσια της κωμόπολης, τα οποία, όπως απεδείχθη εκ των υστέρων, σύντομα θα δολοφονούνταν, άρχισαν να πετούν από τα παράθυρα των σπιτιών τους τα μεταξωτά και τα κεντήματα που αποτελούσαν την προίκα τους στους διερχόμενους οπλίτες, λέγοντας τους: «πάρτε τα, αφού δεν μας παίρνετε μαζί, τι να τα κάνουμε»; Στην τύχη τους εγκατέλειψε η Μεραρχία τους δυστυχισμένους κατοίκους της πόλεως, όπως συνέβη και σε άλλες περιπτώσεις, ελπίζοντας ίσως στην ασφάλεια που θα τους παρείχαν οι αλλόθρησκοι συγχωριανοί τους. Όπως όμως μαθεύτηκε αργότερα, όλοι οι ομοεθνείς κάτοικοι του Σιντιργί σφάχτηκαν και οι περιουσίες τους λεηλατήθηκαν από τούς μουσουλμάνους συγχωριανούς τους.

Ανεξάρτητος Μεραρχία

Τήν επομένη η Ανεξάρτητη Μεραρχία έφθασε στό Κιρκαγάτς. Ακολούθως, έφθασαν Έλληνες και Τούρκοι πρόκριτοι με λευκές σημαίες, οι οποίοι ανέφεραν ότι ο Τούρκος διοικητής της πόλης διατάσει την παράδοση των όπλων, μετά από την οποία οι Έλληνες θα ήταν ελεύθεροι να φύγουν. Όταν ο Αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Κωνσταντίνου ρώτησε την αντιπροσωπεία ποια ήταν η δύναμη του εχθρού στο Κιρκαγάτς, αυτοί απάντησαν ότι αποτελούνταν από 5.000 ιππείς και 8.000 πεζούς. Τότε ο Κωνσταντίνου δίχως να διστάσει, τους είπε ότι επιτάσσει την πόλη και ότι θέλει μέσα σε τέσσερις ώρες να του φέρουν στο σταθμό του τραίνου 15.000 οκάδες ψωμιού, 10.000 οκάδες κριθαριού και 2.000 οκάδες τυριού. Επίσης διέταξε να μη ριφθεί ούτε ένας πυροβολισμός από τους Τούρκους, διότι σε ενάντια περίπτωση θα κατέστρεφε την πόλη με το πυροβολικό. Σύντομα, άρχισαν να καταφθάνουν τρόφιμα για τη Μεραρχία, των οποίων η μεταφορά συνεχίστηκε σχεδόν ολόκληρη τη νύκτα. Όλες οι γυναίκες των Τούρκων της κωμόπολης στρώθηκαν στη δουλειά, ζυμώνοντας συνέχεια τις απαιτούμενες ποσότητες ψωμιού, οι δε φούρνοι λειτουργούσαν αδιάκοπα για να προλάβουν το ψήσιμο 15.000 οκάδων ψωμιού.

Οταν η Μεραρχία εξέδωσε διαταγή αναχώρησης παρουσιάστηκαν οι πρόκριτοι των Ελλήνων και των Αρμενίων στο Μέραρχο και δήλωσαν ότι όλοι οι χριστιανοί της πόλεως έχουν αποφασίσει να τον ακολουθήσουν. Μετά από συζήτηση, ο Μέραρχος και οι διοικητές των Συνταγμάτων δέχθηκαν να συμπεριλάβουν 4.000 αμάχους στη φάλαγγα της Μεραρχίας. Η απόφαση αυτή έγινε δεκτή με μεγάλη χαρά, επειδή αυτοί ήταν σίγουροι ότι η παραμονή τους ισοδυναμούσε με βέβαιο αφανισμό. Μετά την απόφαση αυτή, οι ομογενείς του Κιρκαγάτς εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και δώρισαν τα έπιπλα και τα αγαθά τους σε διάφορους Τούρκους γείτονες τους, ενώ οι ίδιοι μαζί με τα παιδιά και τις γυναίκες τους πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς με ένα σακίδιο στον ώμο.

Στις 31 Αυγούστου η Μεραρχία έφθασε στο Δικελί και επιβιβάσθηκε σε ατμόπλοια, που την μετέφεραν στη Μυτιλήνη. Είχε μαζί της χιλιάδες πρόσφυγες, όλο το υλικό της, ακόμη και το υλικό που είχαν εγκαταλείψει άλλα τμήματά μας. 'Ηταν, αναμφισβήτητα, μια από τις εκλεκτότερες μονάδες της Στρατιάς. Κι όμως η διοίκηση δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί τη μαχητική αξία της. Προορισμός του μαχόμενου Στατού μας δεν ήταν οι ακτές του Αιγαίου - η Καισαρεία, το Αφιόν, η 'Αγκυρα ήταν ο δικός μας προορισμός. Και η Ανεξάρτητη όφειλε να σπεύσει προς ενίσχυση του Φράγκου. Η βοήθειά της θα ήταν πολύτιμη, αποτελεσματική ίσως. Τη στιγμή που μόνο το 5/42, ένα Σύνταγμα μειωμένης δύναμης, κατόρθωνε να συγκρατεί τους Τούρκους, μια ολόκληρη Μεραρχία θα έκανε θαύματα.

Τό Βόρειο Μέτωπο

Τήν ώρα πού ο Κεμάλ εξαπέλυε τήν επίθεσή του στό Αφιόν Καραχισάρ, τό πιό πιθανό σημείο λόγω της πρόσβασης σέ αυτό εφοδίων μέσω της σιδηροδρομικής γραμμής από τό Ικόνιο, τό Γ' Σώμα Στρατού πού βρίσκονταν στό βόρειο τομέα του μετώπου ...αναπαύονταν. Ο Χατζηανέστης δέν έδωσε τίς απαιτούμενες διαταγές γιά νά σπεύσει νά βοηθήσει τα δύο υπόλοιπα Σώματα Στρατού (Α' καί Β') πού κατέρρεαν. Ο υποστράτηγος Σουμίλας, διοικητής του Γ' Σώματος Στρατού είχε στη διάθεση του 43 τάγματα, από τα οποία μόνο τα 22 βρίσκονταν στη πρώτη γραμμή. Υπήρχαν, δηλαδή, οι απαιτούμενες δυνάμεις για ενίσχυση του νότιου συγκροτήματος. Το Γ' Σώμα Στρατού θα μπορούσε να εξαπολύσει πλευρική επίθεση κατά της σφήνας του Κεμάλ. Θα μπορούσε ακόμη ν' αντεπιτεθεί κατά μέτωπο προς αντιπερισπασμό. Θα μπορούσε να διαλέξει μια οποιαδήποτε λύση, εκτός από τη λύση του απαθούς παρατηρητή της συμφοράς. Τή μόνη διαταγή πού τού έδωσε ο Χατζηανέστης, 6 ολόκληρες ημέρες μετά τήν επίθεση της 13ης Αυγούστου στό Αφιόν, ήταν νά υποχωρήσει.

Πράγματι τή νύκτα της 18ης Αυγούστου, τό Γ΄ Σώμα Στρατού εγκατέλειπε τό Δορύλαιον (Εσκή Σεχίρ) καταστρέφοντας τίς αποθήκες καί τή σιδηροδρομική γραμμή. Οι ομογενείς κάτοικοι, όπως ήταν φυσικό, επειδή δέν κατέχονταν από τό πνεύμα του πολυπολιτισμού πού μας φόρτωσαν οι πολιτικοί καί οι δημοσιογράφοι του σήμερα, ακολούθησαν τόν ελληνικό στρατό, εις τήν πρός τήν θάλασσα πορεία. Οι στρατιώτες αλλά ακόμα καί οι αξιωματικοί, στήν πορεία τους μέχρι τά παράλια, δέν είχαν επίγνωση καί ούτε μπορούσαν νά φανταστούν ότι ολόκληρο τό νότιο μέτωπο είχε καταρρεύσει.
«Εκεί, εις τά γελαστά παράλια του Μαρμαρά, εκεί περί τήν Ασκανίαν λίμνην, περί τήν αρχαίαν Νικαίαν, εις τήν εκκλησίαν της οποίας συνεκροτήθη η Α' Οικουμενική Σύνοδος, επέπρωτο νά γραφή ένα ακόμη οδυνηρό κεφάλαιον της μικρασιατικής συμφοράς, πού αξίζει νά περιγραφή, διότι καί εις αυτό μάς δίδεται παραστατικώτερα ακόμα η μορφή της ανίερου αυτής συμμαχίας πού είχαν συνάψει, ο χριστιανοί σύμμαχοι της Ελλάδος μέ τούς εχθρούς της Ελλάδος καί μέ μοναδικόν σκοπόν τήν εξόντωσιν ενός χριστιανικού στρατού καί ενός χριστιανικού πληθυσμού....

Οι χριστιανοί Γάλλοι είχαν γίνει προστάται τού Τούρκου, παρ' όσας προσβολάς καί αν υπέστησαν εις τήν Σμύρνην καί προηγουμένως εις τήν Κιλικίαν από τούς κεμαλικούς. Χαρακτηριστικόν είναι τούτο: Αντί νά ενδιαφερθούν διά τήν τύχην των χιλιάδων προσφύγων, ενδιαφέρθησαν διά τά τουρκικά τζαμιά της Προύσσης, τά οποία βεβαίως δέν εκινδύνευαν από τούς Ελληνας....

Εις τήν περιοχήν των Μουδανιών καί της Κίου είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες προσφύγων αναζητούντων τρόπον διαφυγής. Η 11η Μεραρχία καί τό απόσπασμα Ζήρα πού εκάλυπταν τήν υποχώρησιν του όλου Γ' Σώματος διεξήγαγον σκληρόν αγώνα πρός τούς Τούρκους πού επεδίωκαν νά φθάσουν εις τήν θάλασσαν διά νά διακόψουν τήν επιβίβασιν καί τήν διαφυγήν των προσφύγων. Είχαν δέ φθάσει τά γυναικόπεδα καί οι άλλοι πρόσφυγες νά υπερβαίνουν τάς 25.000. Επάνω από όλα τά αυτά τά πλήθη υψώνετο η σκιά του θανάτου, όταν εις τήν πόλιν έφθασε τό απόσπασμα Ζήρα, τό οποίον από της 25ης μέχρι της 28ης διεξήγαγε σκληράς μάχας. Γαλλικό τμήμα επεχείρησε νά εμποδίση τάς κινήσεις του. Ο σκληροτράχηλος όμως συνταγματάρχης Ζήρας μέ αποφασιστικότητα απηξίωσε καί ν' απαντήση. Εισήλθεν εις τά Μουδανιά επέβαλε τήν τάξιν καί διηυκόλυνε τήν διοχέτευσιν των προσφύγων πρός τήν Πάνορμον...

Εις τά Μουδανιά είχαν αποβιβασθή Γάλλοι πεζοναύται καί ο επι κεφαλής αυτών εδήλωσε πρός Ελληνας αξιωματικούς:

"Εάν νικήσετε τούς Τούρκους καί αυτοί μου ζητήσουν νά τούς καλύψω μέ τήν σημαίαν της Γαλλικής Δημοκρατίας, έχω διαταγήν νά τούς καλύψω. Εάν συμβή τό αντίθετον, είμαι δυστυχώς υποχρεωμένος νά σας παραδώσω εις τούς Τούρκους."» 


Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας - Χρήστος Αγγελομάτης
Οπως φαίνεται καί από τήν αναφορά του Αγγελομάτη, οι Γάλλοι είχαν αλλάξει στρατόπεδο καί όντως παρέδωσαν πολλούς Ελληνες τόσο στρατιώτες όσο καί αμάχους στά χέρια των κεμαλικών θηρίων. Αυτοί είναι οι Γάλλοι πού καταδίκασαν σέ σφαγή ολόκληρο τό χριστιανικό στοιχείο της Μικράς Ασίας. Γιά αυτούς τούς Γάλλους, εμείς 18 χρόνια αργότερα θά πολεμούσαμε εναντίον των Γερμανών καί θά είχαμε καί άλλους νεκρούς, ενώ οι φίλοι τους οι Τούρκοι θά παρέμεναν ουδέτεροι καί θά τροφοδοτούσαν τόν Χίτλερ μέ πρώτες ύλες γιά τά εργοστάσιά του.

Καί είχε φθάσει δυστυχώς η ώρα της 11ης Μεραρχίας η οποία κάλυπτε τά νώτα του Γ΄ Σώματος. Ο διοικητής της Νικόλαος Κλαδάς είχε διαλέξει ένα ορεινό δρομολόγιο κατά τήν υποχώρηση καί αποκόπηκε πλήρως από τίς υπόλοιπες Μεραρχίες. Η επικοινωνία της 11ης μέ τό επιτελείο του Γ' Σώματος μέσω ασυρμάτου ήταν αδύνατη λόγω παρεμβολών από τά γαλλικά πολεμικά πού ήταν ελλιμενισμένα στά Μουδανιά. Οταν η 11η πλησίαζε στά παράλια, κυκλώθηκε στήν κοιλάδα των Μουδανιών, καί αποδεκατίστηκε από τό πυροβολικό της 19ης Τουρκικής Μεραρχίας. Τήν 30η Αυγούστου, ο Μέραρχος Κλαδάς έστειλε τόν αρχηγό του πυροβολικού νά ζητήσει παράδοση από τόν Τούρκο στρατηγό. Πολλοί αξιωματικοί καί οπλίτες προτίμησαν νά μήν παραδωθούν καί δραπέτευσαν μέχρι τά Μουδανιά. Οσους έπιαναν οι Γάλλοι τούς παρέδιδαν στούς Τούρκους. Τελικώς τό Γ' Σώμα Στρατού μέσω των λιμένων τής Πανόρμου καί της Αρτάκης έφθασε στή Ραιδεστό της Ανατολικής Θράκης.

Σεβδίκιοϊ

Παραθέτω αυτούσιο ένα απόσπασμα από τίς "Χαμένες Πατρίδες" του Γιάννη Καψή, τό οποίο καταδεικνύει τήν εγκατάλειψη καί στήν συνέχεια τήν σφαγή από τούς αλλόθρησκους κατακτητές, γηγενών ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, οι οποίοι είχαν συνεχή παρουσία 3.000 ετών καί παραπάνω. Καί θά επαναλαμβάνω όσο καί αν κουράζει - άλλωστε αυτό δέν πράττουν οι Εβραίοι καί οι Αρμένιοι γιά τά δικά τους δεινά, καί δικαιώθηκαν; - ότι γιά αυτή τή γενοκτονία πρέπει νά δώσει εξηγήσεις κάποτε τό τουρκικό έθνος, αλλά καί οι ηθικοί αυτουργοί Αγγλοι, Αμερικάνοι, Σοβιετικοί Ρώσοι, Ιταλοί καί Γάλλοι.

Καί γιά νά αποδίδονται ευθύνες σέ όλους, υπαίτιοι γιά αυτό είναι τόσο οι δεξιοί τύπου Βλάχου μέ τό άρθρο του "Οίκαδε", ο οποίος θεωρούσε σπίτι των Ελλήνων μόνο τήν Αθήνα, η προδοτική βασιλική κυβέρνηση του Γούναρη, οι κεντρώοι Αμυνίτες πού κάθονταν στήν Κωνσταντινούπολη τήν ώρα πού οι συνάδελφοί τους πέθαιναν στό Αφιόν Καραχισάρ, όσο καί οι αριστεροί λακέδες του Λένιν που αδιαφόρησαν πλήρως γιά τούς Ιωνες αδελφούς μας, τήν ίδια ώρα πού ζητούσαν αυτονομία γιά τούς ...Μακεδόνες καί τους Θράκες!
«Στο Σεβδίκιοϊ

Οι άνδρες του Ζεγγίνη, ανύποπτοι της τραγωδίας, πριν λίγες μέρες, πληροφορούνται, απο ακριτομυθίες, ότι σπεύδουν να παραδοθούν. Είναι κυκλωμένοι - έτσι τουλάχιστον τους λένε - και δεν έχουν την παραμικρή ελπίδα. Και το ακμαίο μέχρι τότε ηθικό τους κατακερματίζεται. Μια εμπειροπόλεμη μονάδα μεταβάλλεται ξαφνικά σε μπουλούκι άτακτων. Και το μπουλούκι αυτό περνά απ' το Σεβδίκιοϊ.

'Ηταν το Σεβδίκιοϊ μια γωνιά της μικρασιατικής γης ακραιφνώς ελληνική. Οι 17.000 κάτοικοι της ήταν, μέχρις ενός, Έλληνες - και υπέροχοι Έλληνες. Ήταν φημισμένοι για τη πατροπαράδοτη φιλοξενία τους και τα πλούτη τους. Ονομαστοί για τα βαρύτιμα σαλβάρια τους, τα γιορτινά. Τηρούσαν ευλαβικά, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όλες τις χριστιανικές γιορτές. Τηρούσαν ακόμη και τις εθνικές γιορτές - γιόρταζαν και την 25η Μαρτίου, χωρίς οι Τούρκοι να τολμούν να τους εμποδίσουν. Γιατί, περισσότερο κι απ' τη φιλοξενία τους, περισσότερο κι απ' τα πλούτη τους, ήταν φημισμένοι για τη παλικαριά τους οι Σεβδικιανοί.

Μόλις έμαθαν, ότι έφθασε ο Στρατός μας, οι Σεβδικιανοί ξεχύθηκαν στους δρόμους. Ξεχύθηκαν, όχι για να τους χειροκροτήσουν - να τους εμψυχώσουν προσπάθησαν. - Πού πάτε, βρε παλικάρια; τους φώναξαν. Τους Τούρκους, μωρέ φοβάστε; Ρωτήστε εμάς.

Θύμιζε αρχαία ελληνική τραγωδία η διέλευση των ανδρών του Ζεγκίνη από το Σεβδίκιοϊ - ήταν σπαρακτικό το θέαμα. Περνούσαν με σκυφτό το κεφάλι οι στρατιώτες μας; προσπαθούσαν να κρύψουν την ντροπή τους. Δεν άφηναν πίσω τους μόνο άοπλους χωρικούς, άφηναν και γυναίκες και παιδιά απροστάτευτα στη μανία των Τούρκων. Κι οι λεβεντόκορμες Σεβδικιανές είχαν στηθεί στις αυλόπορτες των σπιτιών τους, κρατώντας τα παιδιά στην αγκαλιά τους, κι είχε το βλέμμα τους κλεισμένη όλη τη περηφάνια της φυλής μας. Καινούργιες Σπαρτιάτισσες, δεν έκλαιγαν, δεν κτυπιόντουσαν. Κοιτούσαν περιφρονητικά αυτούς που έφευγαν.

Κι οι στρατιώτες μας έσκυβαν πιότερο το κεφάλι, πώς να τις αντικρίσουν; - έφευγαν.

- Σταθήτε, παιδιά... Σταθήτε να πολεμήσουμε μαζί...

Πόσοι δεν θά θελαν να μείνουν! Και τη ζωή τους θάδιναν για να μην υποστούν το μαρτύριο του εξευτελισμού. Χρειάζεται, όμως, ατσαλένια νεύρα για να ξεκόψει κανείς από το μπουλούκι. Κι ύστερα, να μείνει, να πολεμήσει, αλλά πού; Πώς θα μπορούσε ν' απαιτήσει κανείς από τ' άμοιρα παλικάρια να μείνουν και να πολεμήσουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια τους, όταν μια ολόκληρη Στρατιά υποχωρούσε;

- Σταθήτε, παιδιά... Σταθήτε να πολεμήσουμε μαζί...

Κανείς δεν τους άκουγε. Και τότε άρχισαν να τους παρακαλούν:

- Έλληνες, αφήστε μας τουλάχιστον τα όπλα σας. Εμείς δεν φεύγουμε, θα μείνουμε.

Ένας νεαρός ανθυπολοχαγός, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα, αγκαλιάζει έναν γέρο, που του ζητούσε το πιστόλι του:

- Έλα, γέρο μαζί μας, πάμε στα βαπόρια. Θα σκοτωθήτε εδώ. Έλα...

Αλλ' ο γέρος έχει καρδιά παλικαριού. Μένει ακλόνητος. Κι' ο ανθυπολοχαγός του δίνει το πιστόλι του και, με μια απότομη κίνηση, ξεσχίζει τις επωμίδες του. Τ' άμοιρο παλικάρι ένιωθε ντροπή να τις φορά, όταν άφηνε στους γέρους τη θέση του. Μήπως, όμως, έφταιγε αυτός;

Οι Σεβδικιανοί κάνουν τώρα έρανο - μαζεύουν όπλα. Κάποιος λοχίας, πανύψηλος σαν γίγας, προχωρεί σκυμμένος, κρατώντας το πολυβόλο στον ώμο του. Ένας από τους προεστούς, ένας γέρος με κατάλευκα γένια, τον πλησιάζει και τον σταματά:

- Στάσου, ωρέ παλικάρι. Δώσε μου το πολυβόλο σου. Εσένα δεν σου χρειάζεται πια.

Αλλ' ο λοχίας τον αποπαίρνει:

- Φεύγα από μπροστά μου, γέρο... Αφησε τους παλικαρισμούς...

Και τότε η τραγωδία κορυφώθηκε: Ο γέρο - Σεβδικιανός, προσβεβλημένος από τα λόγια του λοχία, κάνει ένα νεύμα στα παλικάρια του. Και οι νεαροί χωριανοί του, που εκλιπαρούσαν τους στρατιώτες μας, ορμούν εναντίον τους και τους αφοπλίζουν. Τα όπλα σ' αυτούς άξιζαν.

Έγραψαν μια ωραία σελίδα οι Σεβδικιανοί στην Ιστορία της Φυλής μας. Σήμερα, όμως, αναρωτιέται κανείς: 'Αξιζε η θυσία τους; Οπλισμένοι με τα όπλα του Στρατού μας, όταν οι Τούρκοι τόλμησαν να μπουν στο χωριό τους, υπέστησαν πανωλεθρία. Μανιασμένος ο Νουρεντίν στέλνει εναντίον τους ιππικό και πυροβόλα. Κι οι Σμυρνιοί, για μια ολόκληρη μέρα, ακούν την οχλοβοή της μάχης του Σεβδίκιοϊ. Δυστυχώς, οι λεπτομέρειες της μάχης εκείνης δεν θα γίνουν γνωστές ποτέ. Κανείς από τους γενναίους Σεβδικιανούς, κανείς απ' αυτούς, που πολέμησαν, δεν έζησε, για να διηγηθεί τι συνέβη. Σκοτώθηκαν, έπεσαν μέχρι του τελευταίου, πολεμώντας για την ελευθερία τους - σφράγισαν με το αίμα τους την ελληνικότητα του χωριού τους.

Την ίδια ώρα, τη στιγμή, που οι Σέβδικιανοί πολεμούσαν, ο Ζεγγίνης πραγματοποιούσε το σκοπό του - παραδινόταν στους Τούρκους μαζί με 23 αξιωματικούς του και 1.000 στρατιώτες. Η παράδοση έγινε σ' ένα προάστειο της Σμύρνης, τον Παράδεισο. Κι αμέσως οι Τούρκοι έσυραν τους αξιωματικούς και πολλούς υπαξιωματικούς στη Μαγνησία. Υπήρχαν εκεί κι άλλοι αξιωματικοί μας αιχμάλωτοι. Και τους έσφαξαν όλους, μέχρις ενός.»

1920-1922 Μικρασιατική καταστροφή - Η ιστορία που δεν υπάρχει στο σχολείο


Διπλωματικοί αγώνες - οικονομικά αδιέξοδα

Ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης σε μία απέλπιδα προσπάθεια εξεύρεσης βοήθειας, κυρίως οικονομικής, γιά τήν λύση του μικρασιατικού προβλήματος διέτρεχε τίς ευρωπαϊκές πόλεις. Από τό Λονδίνο πήγε στήν Ρώμη καί από εκεί στίς Κάννες, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι αντιπρόσωποι των τριών Δυνάμεων της Entente. Ολες οι συναντήσεις απέβησαν άκαρπες. Τήν ίδια ώρα πού οι Γάλλοι ιμπεριαλιστές καί οι Ιταλοί κεφαλαιοκράτες σε συνεργασία μέ τούς Κομμουνιστές της Σοβιετικής Ενωσης, υποστήριζαν μέ όλα τά μέσα τούς γενοκτόνους του Κεμάλ, η Αγγλία αρνείτο καί τήν ελάχιστη οικονομική βοήθεια πού χρειάζοταν ο Δημήτριος Γούναρης γιά να συντηρήσει τόν ελληνικό στρατό στήν Μικρά Ασία.



Τό ημερήσιο κόστος του πολέμου έφτανε τά 8 εκατομμύρια δραχμές. Στίς 10 Ιανουαρίου 1922 ο στρατηγός Παπούλας ειδοποίησε τήν κυβέρνηση, ότι αν δεν μπορούν να σταλούν στό μέτωπο ενισχύσεις, χρήματα καί πολεμικό υλικό, ο ελληνικός στρατός θά έπρεπε νά αποχωρήσει από τή Μικρά Ασία.

Ο Γούναρης, πού είχε μεταβεί στό Λονδίνο μετά τή Συνδιάσκεψη των Καννών, ειδοποίησε στίς 2 Φεβρουαρίου, τό αγγλικό Υπουργείο Εξωτερικών μέ επίσημη διακοίνωση, ότι αν η Ελλάδα δέν κατόρθωνε νά βρεί κεφάλαια στήν αγγλική χρηματαγορά, η μόνη επιλογή πού απέμενε στήν κυβέρνησή του ήταν νά διατάξει τήν εκκένωση της γής της Ιωνίας. Ακολουθεί διάλογος του Γούναρη μέ τόν Ξενοφώντα Στρατηγό:

"- Πρέπει νά φύγωμεν από τήν Μικρά Ασία. Ο χειμών προχωρεί δριμύς, οι στρατιώτες μας καταπονούνται καί πάσχουν, μετ' ολίγον δέν θά έχωμεν τά μέσα νά τούς θρέψωμεν! Οι ξένοι αφού μάς ώθησαν εις τήν περιπετειώδη αυτήν πολιτικήν, αφού εξέθεσαν τούς δυστυχείς πληθυσμούς μέ τάς υποσχέσεις των περί ελευθερίας των λαών κλπ, προσπαθούν τώρα να εξοικονομήσουν μόνον τά συμφέροντά των, λησμονούν τάς επαγγελίας των, λησμονούν τήν ανθρώπινη αλληλεγγύην καί μας εγκαταλείπουν! Αλλά τί θ' απογίνουν οι δυστυχείς πληθυσμοί; Πρέπει να προσπαθήσωμεν νά τούς σώσωμεν! 


- Κύριε Πρόεδρε. Ριζική λύσις τοιούτων καταστάσεων δύναται να επιτευχθή μόνον δι' εντόνου στρατιωτικής δράσεως, οία υπήρξεν του παρελθόντος θέρους, η δέ παθητική άμυνα φθείρει τόν στρατόν καί παραλύει τάς δυνάμεις του. Φρονώ, ότι είναι αδύνατον σήμερον διά τήν Ελλάδα, νά επιχειρήση νέαν μεγάλην επιθετικήν προσπάθειαν, καί λόγω καταπονήσεως του στρατού καί λόγω οικονομικής εξαντλήσεως, ώστε απο καθαρώς στρατιωτικής απόψεως, άν κάθε άλλη λύσις ήθελεν αποκλεισθή, πρέπει να εγκαταλείψωμεν τήν Μικρά Ασία.". 

Ο Αγγλος υπουργός Εξωτερικών Κώρζον (Curzon) πού ενδιαφερόταν κυρίως γιά τόν έλεγχο των Στενών, έκρινε ότι η Ελλάδα δέν είχε φτάσει ακόμα σέ κατάσταση πού θά οδηγούσε τήν κατάρρευση του μετώπου. Γνώριζε ο Κώρζον ότι η κατάρρευση θά είχε οδυνηρά αποτελέσματα γιά τά συμφέροντα της Αγγλίας στήν Εγγυς Ανατολή καί γι'αυτό ανέλαβε τήν πρωτοβουλία χειρισμών γιά τήν λήξη του μικρασιατικού πολέμου μέ τήν τακτική όμως αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τήν Μικρά Ασία. Εν τω μεταξύ παραιτήθηκε στή Γαλλία η κυβέρνηση Μπριάν καί ανέλαβε τήν πρωθυπουργία ο Πουανκαρέ, ο οποίος ήταν σαφώς κατά της Ελλάδος καί υπέρ της Τουρκίας.

Στή Διασυμμαχική Συνδιάσκεψη των Παρισίων τόν Μάρτιο του 1922, οι εκπρόσωποι των τριών Δυνάμεων συμφώνησαν ένα σχέδιο ειρήνης σύμφωνα μέ τό οποίο θά υποχωρούσαν οι δύο εμπόλεμοι στρατοί κατά 10 χιλιόμετρα από τίς γραμμές πού κατείχαν μέ τήν προοπτική της αποχωρήσεως του ελληνικού στρατού από τή Μικρά Ασία, αδιαφορώντας πλήρως γιά τή μοίρα των χριστιανικών μειονοτήτων της τουρκικής επικράτειας. Τό μόνο πού εξασφάλισαν οι Ευρωπαίοι ήταν η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στά Στενά μέ τή μόνιμη αποστρατικοποίηση τους. Στήν Ελλάδα τό σχέδιο ειρήνης έγινε δεκτό μέ έκπληξη καί αγανάκτηση τήν οποία εξέφρασε έντονα ο Αθηναϊκός τύπος. Κατηγορούσαν οι ελληνικές εφημερίδες τήν βρετανική κυβέρνηση, ότι έχοντας εξασφαλίσει τά ζωτικά της συμφέροντα στά Δαρδανέλια καί τη βόρεια Μεσοποταμία, εγκατέλειπε τούς χριστιανικούς πληθυσμούς (Αρμενίους, Ελληνες, Ασσυροχαλδαίους) στήν τύχη τους.

"Καί οι υπογράψαντες τάς ωραίας αυτάς λέξεις, εξήλθον εκ της αιθούσης της Διασκέψεως τελείως ευχαριστημένοι, φυσικά, μέ τόν εαυτόν των, ότι αυτοί εξετέλεσαν τό καθήκον των, αφειδώς μοιράσαντες συμβουλάς καί φιλοφρονήσεις, σύν τή μερίμνη περί των συμφερόντων των. Τό ότι όμως τό έγγραφον αυτό απετέλει τό σάβανον ενός μικρού Εθνους, όπερ εκάλεσαν εις βοήθειαν των κατά τήν ώραν του κινδύνου καί όπερ μετά σπανίως εθελοθυσίας καί τελεσφόρως τούς εβοήθησαν, ουδόλως ετάραττε τάς συνειδήσεις τών αξιούντων να διευθύνωσι τάς τύχας του Κόσμου! Εστω τούτο δίδαγμα τουλάχιστον διά τό μέλλον!".

Ξενοφών Στρατηγός - Η Ελλάς εν Μικρά Ασία, 1925

Τά συνεχή αδιέξοδα ώθησαν τόν Γούναρη σε παραίτηση καί ακολούθησαν οι κυβερνήσεις του Νικόλαου Στράτου καί του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη οι οποίες ενέτειναν τά προβλήματα σέ μία χώρα πού είχε φθάσει στήν χρεωκοπία καί έπρεπε να συντηρήσει έναν μεγάλο στρατό πού βρίσκοταν στά αφιλόξενα οροπέδια της Καππαδοκίας. Μία πρωτότυπη λύση στό οικονομικό πρόβλημα έδωσε ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης: διχοτόμησε το χαρτονόμισμα. Η αριστερή πλευρά χρησιμοποιούταν ως νόμισμα στη μισή αξία του ακεραίου χαρτονομίσματος (π.χ. το τεμάχιο του εκατονταδράχμου άξιζε πλέον πενήντα δραχμές). Η δεξιά πλευρά του χαρτονομίσματος ανταλλασσόταν με έντοκη ομολογία στη μισή αξία του ακεραίου χαρτονομίσματος. Το σύστημα αυτό, που έχει επαινεθεί ιδιαιτέρως, κατάφερε αφ' ενός να μην κυκλοφορήσει νέο χαρτονόμισμα, το οποίο θα οδηγούσε σε ασφυκτική πληθωριστική πίεση, και αφ' ετέρου να συγκεντρωθεί αμέσως ένα τεράστιο χρηματικό ποσό για τη χρηματοδότηση του πολέμου. Ο Πρωτοπαπαδάκης προκειμένου να μην κατηγορηθεί για το ιδιαίτερα σκληρό οικονομικό μέτρο που πήρε, την προηγουμένη της δημοσιεύσεως του νόμου υποθήκευσε τα ακίνητά του, παίρνοντας δάνειο 225 χιλιάδων δραχμών. Την επομένη ακριβώς ημέρα της δημοσιεύσεως του νόμου, ο υπουργός είχε χάσει 112.500 δραχμές με δική του θέληση.

Μικρασιατική Αμυνα

Μετά από τά διπλωματικά αδιέξοδα καί τήν επερχόμενη οικονομική καταστροφή οι Μικρασιάτες, μπροστά στό ενδεχόμενο της εγκατάλειψής τους από τόν ελληνικό στρατό, δημιούργησαν μία κίνηση μέ σκοπό τήν κινητοποίηση του ελληνισμού της Μικράς Ασίας καί τή δημιουργία ανεξάρτητου στρατιωτικού σώματος μέ κύριο στόχο τήν ανακύρηξη της αυτονομίας τους. Η κίνηση αυτή ονομάστηκε "Ελληνική Μικρασιατική Αμυνα" καί ο στρατός θά απαρτίζοταν από Μικρασιάτες καί από εθελοντές Ελλαδίτες.

Εκατοντάδες αξιωματικοί δήλωσαν ότι θά ετίθεντο επικεφαλής του στρατού ο οποίος θά ανελάμβανε τήν διαφύλαξη της ελευθερίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Παράλληλα άρχισαν έρανοι σέ ομογενείς της Αιγύπτου, της Αμερικής καί οπουδήποτε κτυπούσε παλμός ελληνικής καρδιάς, ενώ η ηγεσία της Μικρασιατικής Αμυνας προσεφέρθηκε στόν Αρχιστράτηγο Αναστάσιο Παπούλα ο οποίος έβλεπε ευνοϊκώς μία τέτοια προσπάθεια. Αντιθέτως, η ελληνική κυβέρνηση δέν στήριξε τήν ιδέα ενός αυτόνομου μικρασιατικού κράτους, ενώ εκείνος πού την πολέμησε μέ λύσσα, ήταν ο Αριστείδης Στεργιάδης, ένα πρόσωπο πού κατά πολλούς επεδίωξε τήν καταστροφή του ελληνικού στοιχείου της Σμύρνης, εργαζόμενος μάλλον γιά τά βρετανικά συμφέροντα, παρά γιά τά συμφέροντα της πατρίδος του.

Ο Παπούλας πρότεινε τήν κατάταξη στό στρατό Αμύνης όλων των ανδρών από 18 έως 50 ετών, τήν επίταξη του 20% των περιουσιών όλων των Μικρασιατών καί τήν εκποίηση των περιουσιών των κοινοτήτων καί των εκκλησιών. Ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος διεκήρυξε ότι «καί τό αίμα μας θά προσφέρωμεν διά τήν κατοχύρωσιν της ελευθερίας μας καί ότι πολύτιμον έχομεν καί τόν χρυσόν καί τόν αργυρόν των εκκλησιών.» Θερμός συμπαραστάτης της Μικρασιατικής Αμύνης ήταν καί ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιος Μεταξάκης.

"Ομως είχεν αρχίσει τό ψυχορράγημα της Ελληνικής Μικράς Ασίας. Ηδη ήτο φανερόν καί παρά τήν αγρίαν λογοκρισίαν ότι ο πόλεμος συνεχίζετο όχι μόνον πρός τόν Τούρκον αλλά καί πρός τούς Συμμάχους, οι οποίοι κάθε τρόπον εμηχανεύοντο νά ενισχύσουν τόν Κεμάλ εις όπλα καί εις πολιτικά επιχειρήματα. Ο Μικρασιατικός λαός μολονότι ουδέ πρός στιγμήν εφαντάζετο τί επρόκειτο να συμβεί, έβλεπεν ημέρα τήν ημέρα ότι εγένετο ο ορίζων περισσότερο θολός. 


Τό έβλεπε εις τά δεσμευτικά μέτρα του Στεργιάδου, τό έβλεπεν εις τήν αδυναμίαν των ελληνικών αρχών να χαλιναγωγήσουν τήν ξένην προπαγάνδαν, εις τάς πληροφορίας της οποίας μετέφεραν από τά εξωτερικόν καί από τό εσωτερικόν οι πονούντες Ελληνες καί οι φρυάττοντες κατά του ελληνισμού ξένοι. Μόνος ατάραχος, πάντοτε κρατών τόν βούρδουλαν ο Στεργιάδης. Συνέχιζε τήν ιδίαν τακτικήν του μίσους καί της σατραπικής συμπεριφοράς, όπως καί κατά τάς προνοεμβριανάς ημέρας καί της επιδαψιλεύσεως παντός είδους φροντίδος πρός τούς Τούρκους καί της υποχωρήσεως εις κάθε απαίτηση των ξένων. 


Εξηκολούθει, νά κατεξευτελίζη τούς ιερείς καί να μή δέχεται καί τήν ελάχιστην συζήτησιν επί της προτεινομένης οργανώσεως της αμύνης του μικρασιατικού λαού πρός  ενίσχυσιν των προσπαθειών της ελληνικής κυβερνήσεως. Εξηκολούθει νά μήν ακούη, νά μή βλέπη τήν ώραν κατά τήν οποίαν, εκάστη παρερχόμενη ημέρα επέτεινε τό δράμα. Εξηκολούθει να αδιαφορή εις τήν κραυγήν της απογνώσεως πού έφθανεν από τό εσωτερικόν της Μικρασίας. Από τά εδάφη τά οποία κατείχαν οι κεμαλικοί καί από τά εδάφη εις τά οποία εισέδυαν οι τσέται, κατερχόμενοι από τά βουνά εις τήν ανοχύρωτον, παρά τας προτροπάς καί τάς τόσας εισηγήσεις, ζώνην των πρόσω - διότι η οχύρωσις καί αυτής τής ζώνης των Σεβρών ήρχισεν μέν αλλά ουδέποτε είχε συντελεστεί. 


.... 


Από τήν αγωνίαν αυτήν του μικρασιατικού λαού πού έβλεπε καθαρά ότι κάτι έπρεπε νά γίνη, εξεπήδησεν η ιδεά της επιτοπίου αμύνης. Περί τά τέλη του Οκτωβρίου του 1921 συνελθόντες εις τό γραφείον του ιατρού Αποστόλου Ψαλτώφ, ο δημοσιογράφος Σωκράτης Σολομωνίδης, οι ιατροί Ιωακειμίδης, Δουλγερίδης, καί Χαριάτης, ο Αχ. Λάμπρου, ο Ψαλτώφ καί ο εκ των ανωτέρων της Υπάτης Αρμοστείας Π. Ευριπαίος έθεσαν τάς βάσεις μυστικής οργανώσεως διά τήν άμυναν της Μικράς Ασίας. 


Ητο γνωστόν ότι καί ο ίδιος ο αρχιστράτηγος έκλινε πρός τήν ιδέαν της Αμύνης. Τό μέγα όμως εμπόδιον εξηκολούθει νά είναι ο Υπατος Αρμοστής, ο οποίος κατέπνιγε μέ όλα τά μέσα κάθε εκδήλωση των μικρασιατών, παρά τό γεγονός ότι η εκδήλωσις αυτή εις τίποτε άλλο δέν απέβλεπεν ή εις τήν τόνωσιν των κυβερνητικών προσπαθειών. 


Η καταρτισθείσα επιτροπή ετέθη αμέσως επί τό έργον καί εντός ολίγων εβδομάδων, η ιδέα της αμύνης είχε κατακτήσει όλα τά στρώματα. Εκατοντάδες αξιωματικών είχαν δηλώσει εις τήν κεντρικήν επιτροπήν ότι θά ετίθεντο επί κεφαλής του λαού καί του στρατού ο οποίος θά ανελάμβανε τήν εξασφάλισιν της μικρασιατικής ελευθερίας. Παραλλήλως, ήρχισεν η συλλογή εράνων διά τήν εξασφάλισιν εφοδίων τά οποία θά απητούντο διά τάς κινήσεις της οργανώσεως. 


.... 


Η σκοτεινή μορφή του Στεργιάδου καί η ακατανόητος ψυχή του εσκίασαν ακόμη περισσότερον τό θέατρον της φοβεράς τραγωδίας τάς ημέρας πού επλησίαζεν δεινή η θύελλα. Εις τούς περί αυτόν ανωτέρους υπαλλήλους έλεγε: "Τί σκοτίζεσθε! Μετά δύο μήνας θά έχωμεν φύγει..." 


.... 


Τήν 6ην Μαρτίου 1922, ο εκ των μελών της διοικούσης επιτροπής, Κ. Τενεκίδης, συνέταξε τήν κατωτέρω διαμαρτυρίαν πρός τούς πρωθυπουργούς καί υπουργούς των εξωτερικών Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας καί Αμερικής: 


«Αι Ελληνικαί κοινότητες Δυτικής Μικράς Ασίας, νομίμως εκπροσωπούμεναι υπό της Κεντρικής Επιτροπής της Ελληνικής Μικρασιατικής Αμύνης, κατά την ιστορικήν αυτήν στιγμήν καθ' ην μελετάτε ν' αποφασίσητε περί της τύχης των εχουσι τήν τιμήν νά επιστήσωσι τήν προσοχήν υμών επί των ακολούθων σημείων: 


Μακρά καί τραγική πείρα κατάστησεν εις τους χριστιανικούς πληθυσμούς αφόρητον τό οθωμανικόν καθεστώς. Θά προτιμήσωσιν ούτοι νά εκπατριστώσι, παρά νά υπαχθώσιν εκ νέου υπ' αυτό. Νέα καί επίσημα προνόμια πρός τάς εγγυήσεις των μειονοτήτων, τάς καθοριζομένας εις τάς τελευταίας μεταπολεμικάς συμβάσεις, τοίς εχορηγήθησαν πλείστα, ιδία δέ διά των αυτοκρατορικών φιρμανίων του 1839 καί 1856. Η νίκη, εγγύησις των Δυνάμεων, εφαίνετο ότι θά καθίστα αυτά απολύτως αποτελεσματικά. Πικρά ειρωνεία! 

Οι σύμμαχοι εδέησε νά ομολογήσωσι τόσον, εις τήν διακοίνωσιν αυτών της 16ης Ιουλίου 1920, τάς σφαγάς καί τους εκτοπισμούς πλέον του εκατομμυρίου χριστιανών, όσον καί τάς βιαίας εξισλαμίσεις, τάς δημεύσεις των περιουσιών. Τά κακουργήματα άτινα εκλόνισαν καί συνετάραξαν πάσαν ανθρωπίνην συνείδησιν, δέν είναι δυνατόν οι Σύμμαχοι νά λησμονήσωσιν. Οι Τούρκοι απέδειξαν ότι είναι ανεπίδεκτοι πολιτισμού. Η κεμαλική Τουρκία, τήν εξόντωσιν των χριστιανικών πληθυσμών τήν διενήργησεν εκ συστήματος, υπό τό πρόσχημα των στρατιωτικών μέτρων, άτινα απεμιμήθησαν εκ της τακτικής του Λίμαν Φον Σανδερς πασά. Καί ο φόβος νέων εκατομβών έφερεν εις Κιλικίαν τόν πανικόν καί τήν έξοδον. 


..... 


Οι ελληνικοί πληθυσμοί είναι ιδίως πεπεισμένοι, ότι αι ελευθερίαι των δέν δύναται νά διαφυλαχθώσιν αποτελεσματικώς ή δι' ενόπλου δυνάμεως εν τη περιστάσει υπό του ελληνικού στρατού, όστις επί τρία έτη ενεπέδωσε τήν δημοσίαν τάξιν καί εξησφάλισε τά συμφέροντα πάντων μετά επαινετής αμεροληψίας. Η υποχώρησις του θά συνεπήγετω τήν αταξίαν καί αναρχίαν καί θά ήτο δια τήν χώραν συμφορά. Οι μικρασιατικοί ελληνικοί πληθυσμοί υπήρξαν αείποτε άμεμπτοι έναντι των συμμάχων καί αναλλοιώτως αφωσιωμένοι εις τήν συμμαχικής υπόθεσιν...» ". 

Χρήστος Αγγελομάτης - Τό Επος της Μικράς Ασίας

Η ιδέα της Μικρασιατικής Αμυνας τελικώς θάφτηκε καί τήν ταφόπλακα τήν έβαλε ο παντοδύναμος, ελέω Εγγλέζων, Αριστείδης Στεργιάδης: «Απαγορεύω τήν οργάνωσιν χωριστικού κινήματος εις τήν Μικρασίαν.» Η Σμύρνη έπρεπε νά μείνει ανοχύρωτος πόλις όταν θά έμπαιναν οι τσέτες. Η προδοτική συμπεριφορά του Στεργιάδη δυσανασχέτησε καί τόν Αρχιστράτηγο Παπούλα ο οποίος επανειλημμένως ζητούσε τήν αντικατάστασή του. Ο Στεργιάδης ήταν ο πρώτος πού έπρεπε να εκτελέσει ο Πλαστήρας στό Γουδί, αλλά οι Αγγλοι τούς ανθρώπους τους, ξέρουν να τούς προστατεύουν.

Η μόνη τιμωρία του Στεργιάδη, τουλάχιστον ενωπίον ανθρώπων, ήταν αυτή πού μας δίνει μέ τή μαρτυρία της η Χριστίνα Βεϋνόγλου, σύμφωνα μέ τήν οποία, όταν ο προδότης βρισκόταν στό Μόντε Κάρλο, εντός λεωφορείου, τόν ανεγνώρισε μία Σμυρνιά, τόν πλησίασε, σήκωσε τό βέλο της καί τόν έφτυσε κατά πρόσωπο. Ισως μία τέτοια ελάχιστη τιμωρία αξίζουν όλοι οι σημερινοί πολιτικοί όπου τούς συναντούμε.

Χατζηανέστης - η χειρότερη επιλογή

Στίς 23 Μαΐου 1922 ανέλαβε τήν αρχιστρατηγία του στρατεύματος ο Γεώργιος Χατζηανέστης, ένας θεωρητικός καί μονομανής στρατηγός πού δέν είχε καμμία σχέση μέ τήν πραγματικότητα του μικρασιατικού μετώπου. Νέες αλλαγές αξιωματικών επήλθαν στό στράτευμα, γεγονός πού επηρέασε αρνητικά τό ήδη μειωμένο ηθικό του στρατού. O Χατζηανέστης τοποθέτησε τό Νικόλαο Τρικούπη διοικητή του Α' Σώματος Στρατού, τόν Κίμωνα Διγενή διοικητή του Β' Σώματος Στρατού καί τόν Πέτρο Σουμίλα διοικητή του Γ' Σώματος Στρατού. Η ελληνική Στρατιά ήταν επιφορτισμένη μέ τήν φύλαξη χιλιάδων χιλιομέτρων μετώπου στό Δορύλαιο καί τό Ακροϊνό, απομακρυσμένη από τίς



γραμμές ανεφοδιασμού καί από τά παράλια, τήν ίδια ώρα πού ο εχθρός ενισχύονταν μέ δυνάμεις ατάκτων αλλά καί μέ άφθονο πολεμικό υλικό από τούς Κομμουνιστές του Λένιν, τούς Γάλλους καί τούς Ιταλούς.

Η λογική υπαγόρευε τήν σύμπτυξη του μετώπου σέ περιοχές πού προσφέρονταν γιά άμυνα καθώς ο τουρκικός κλοιός έκλεινε. Αντί αυτού η ελληνική κυβέρνηση καί ο Χατζηανέστης απέσυραν γύρω στούς 25.000 άνδρες από τό μέτωπο της Μικράς Ασίας καί τούς έφεραν στήν Θράκη γιά νά καταλάβουν τήν Κωνσταντινούπολη, σέ μία προσπάθεια αφενός νά δείξουν τήν ισχύ του ελληνικού στρατού στούς Συμμάχους καί αφετέρου νά αναγκάσουν τόν Κεμάλ νά ζητήσει ειρήνη.

Η Κωνσταντινούπολις ήταν ανοχύρωτος πόλις καί η απελευθέρωσις της θά ήταν θέμα ωρών. Ομως οι Σύμμαχοί μας - αν είναι έτσι οι σύμμαχοι πώς πρέπει να είναι οι εχθροί; - προέβαλαν ισχυρές αντιρρήσεις μέ τήν απειλή ακόμα καί του πολέμου εναντίον της Ελλάδος. Προστάτευαν τόν Κεμάλ σέ όλα τά επίπεδα, ενώ γνώριζαν ότι από τά Στενά καί τόν Βόσπορο περνούσαν τά πλοία πού προμήθευαν μέ πυροβόλα τόν τουρκικό στρατό. Απαγορεύθηκε στήν Ελλάδα η απελευθέρωσις της ιστορικώτερης πόλης της Ρωμιοσύνης, της χιλιόχρονης πρωτεύουσάς μας, της σκλάβας στόν Οθωμανό κατακτητή γιά 469 χρόνια. Βέβαια μετά από 18 χρόνια θά μας ζητούσαν τή βοήθειά μας γιά να αντιμετωπίσουν τόν γερμανικό στρατό του Χίτλερ, τήν ίδια ώρα πού η φίλη τους Τουρκία θά δήλωνε ουδετερότητα. Καί εμείς πάλι θά βοηθούσαμε αυτούς πού έκαναν τό πάν να εξοντωθεί γιά πάντα ο ελληνισμός της Ιωνικής γής!!!! Καί η ανταμοιβή μας θά ήταν ο Εμφύλιος, τά Σεπτεμβριανά καί η Κύπρος... Ανάθεμα στόν Αγγλο, τόν Γάλλο καί τόν Αμερικάνο.

Φυσικά τό εγχείρημα της κατάληψης απέτυχε εξ αρχής. Οι βασιλικές κυβερνήσεις τό 1921 είχαν στείλει τόν ελληνικό στρατό στά περίχωρα της Αγκυρας γιά να μην τήν καταλάβουν ποτέ, μέ απώλειες 25.000 άνδρες. Οι βασιλικές κυβερνήσεις ξαναέστειλαν στρατιώτες τό 1922 στά περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, πάλι γιά να μήν τήν καταλάβουν ποτέ. Τό αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό. Τό μέτωπο έχασε δυνάμεις, ο στρατός πού βρίσκοταν σέ αδράνεια ενός έτους, έβλεπε νά μειώνονται τά εφόδια καί η σίτησή του, ενώ ο αρχιστράτηγός του βρίσκονταν στά σαλόνια της Σμύρνης, 500 χιλιόμετρα μακρυά από τό μέτωπο καί δήλωνε ότι "ο τουρκικός στρατός ήταν ελεεινός καί αξιοδάκρυτος, μή δυνάμενος ουδέ σκεπτόμενος νά κινηθή."



Σπάει τό μέτωπο

Ο Κεμάλ βλέποντας τήν αποδυνάμωση του μετώπου, σέ συνεργασία μέ τόν Ισμέτ πασά καί τόν Φεβζή πασά, αποφάσισε γενική επίθεση στίς αρχές Αυγούστου. Η ελληνική πολιτική ηγεσία, ενώ γνώριζε ότι τό ηθικό του στρατού ήταν χαμηλό, ενώ γνώριζε ότι οι στρατιώτες μας ήταν καταπονημένοι καί τούς έλλειπαν τά βασικά είδη διατροφής καί ένδυσης, ενώ γνώριζε ότι οι λιποταξίες αριθμούσαν χιλιάδες, ενώ γνώριζε ότι τό μέτωπο ήταν πολύ απλωμένο καί ότι έπρεπε νά συμπτυχθεί τουλάχιστον στή ζώνη της συνθήκης των Σεβρών, ενώ γνώριζε ότι είχε αντικαταστήσει τούς εμπειροπόλεμους αξιωματικούς μέ άλλους απόλεμους, ενώ γνώριζε ότι οι Σύμμαχοι καί ο Λένιν ενίσχυαν αφειδώς τόν κεμαλικό στρατό, ενώ γνώριζε ότι τό Αφιόν Καραχισάρ ήταν ο πιθανός στόχος, λόγω της σιδηροδρομικής γραμμής πού έφθανε εκεί από τό Ικόνιο πού ήταν τόπος συγκέντρωσης του τουρκικού στρατού, ενώ γνώριζε ότι οι μάχιμες μονάδες είχαν χάσει τό 50% των δυνάμεών τους, ενώ γνώριζε ότι οι εφεδρείες ήταν ανύπαρκτες. Ενώ γνώριζε ...ουδέν έπραξε.

Αφιόν Καραχισάρ (Ακροϊνό) 1922 

Ο αρχιστράτηγος κοιμόταν στήν Σμύρνη, εκείνο τό φοβερό πρωϊνό της καταραμένης 13ης Αυγούστου 1922. Εκείνη τήν ημέρα ξέσπασε η φωτιά πού θά σάρωνε τούς τσολιάδες μας. Τρία χρόνια θυσιών εξαφανίζονταν σέ μερικές ώρες. Στίς 4:30 άρχισε τό τουρκικό πυροβολικό τή φονική του καταιγίδα στά νοτιοδυτικά του Αφιόν Καραχισάρ, αιφνιδιάζοντας τό Α' Σώμα Στρατού. Ο διοικητής του Νικόλαος Τρικούπης, δέν φάνηκε άξιος των περιστάσεων. Εχασε τήν επικοινωνία μέ τά υπόλοιπα Σώματα Στρατού, άργησε να προχωρήσει σε τακτική υποχώρηση μέ αποτέλεσμα νά βρεθεί ο εχθρός στά μετόπισθεν. Ο Τρικούπης δέν πήρε καμμία πρωτοβουλία, περιμένοντας διαταγές από τόν ... Χατζηανέστη πού έπινε τό τσάϊ του σέ κάποιο μέγαρο της Σμύρνης, αποκομμένος από τήν πραγματικότητα του μετώπου. Τήν ίδια ώρα ο Γκρίζος Λύκος, ηταν στήν πρώτη γραμμή, στήν κορυφή Κοτζά Τεπέ, παρακολουθούσε μέ διόπτρες καί έδινε διαταγές, οι οποίες εκτελούνταν μέ αστραπιαία ταχύτητα.

Τουρκική Επίθεση. Χάρτης 1922 

Τό βάρος της επίθεσης τό έλαβε η 1η Μεραρχία (διοικητής Αθανάσιος Φράγκου) καί η 4η Μεραρχία (διοικητής Δημήτριος Δημαράς). Οι εύζωνοι πού βρίσκονταν στά χαρακώματα αποδεκατίστηκαν. Οι επιθέσεις των Τούρκων συνεχίστηκαν μέ σφοδρότητα ολόκληρη τήν ημέρα καί τήν επομένη ο Τρικούπης, μετά τήν αναφορά από τόν ταγματάρχη Γεώργιο Τσολάκογλου ότι κατέρρευσε η 4η μεραρχία, διέταξε τήν εγκατάλειψη του Αφιόν Καραχισάρ καί τήν σύμπτυξη των δυνάμεων δυτικά στό Τουμλού Μπουνάρ. Πλέον οι Ελληνες στρατιώτες υποχωρούσαν ατάκτως μή υπακούοντας στίς διαταγές των ανωτέρων τους. Πολλές φορές οι αξιωματικοί ήταν εκείνοι πού εγκατέλειπαν πρώτοι τίς θέσεις τους, τρέχοντας στά μετόπισθεν. Αλλες φορές στρατιώτες πυροβολούσαν τούς αξιωματικούς τους καί λιποτακτούσαν. Γίνονταν φυγάδες καί διέπραταν φοβερά εγκλήματα εις βάρος τούρκων αμάχων. Φωτεινή εξαίρεση ήταν τό 5/42 σύνταγμα του Πλαστήρα τό οποίο μαχόμενο μέ γενναιότητα κάλυπτε τήν υποχώρηση της 1ης μεραρχίας. Οταν ο Ρεσάτ Μπέης δέν κατάφερε νά καταλάβει τό ύψωμα 1310, πού υπεράσπιζε τό σύνταγμα του Πλαστήρα, θεώρησε ζήτημα τιμής να αυτοκτονήσει, δεδομένου ότι είχε δώσει τόν λόγο του στόν Κεμάλ, νά τό καταλάβει εντός μιάς ώρας.

Τήν 15η Αυγούστου η 9η Μεραρχία (διοικητής Παναγιώτης Γαρδίκας) κατέστρεψε πλήρως τή 2η Μεραρχία Τουρκικού Ιππικού, η οποία ήταν εξοπλισμένη μέ ολοκαίνουργια πυροβόλα πού έφεραν ρωσικές επιγραφές. Ο Λένιν υποστήριζε τόν Κεμάλ καί αυτός ήταν ο λόγος πού η ελληνική Αριστερά μέ κάθε τρόπο έπαιζε τό χαρτί της Τουρκίας καί έφερνε εμπόδια στήν μικρασιατική εκστρατεία.
"Μετά τη νίκη του Σαγγάριου στο γραφείο του συσσωρεύονται τα τηλεγραφήματα. Όλοι σπεύδουν να τον συγχαρούν. Η Περσία, η Ινδία, η Αμερική, η Ιταλία, η Γαλλία ... Όλοι επιζητούν τη φιλία του Κεμάλ, που μέσα από τον όγκο των τηλεγραφημάτων ξεδιαλέγει ένα μόνο. Ήταν ένα σύντομο τηλεγράφημα, που ανέφερε: «Συγχαρητήρια διά μεγαλειώδη νίκην σας υπέρ ελευθερίας πατρίδος σας, κατά του ιμπεριαλισμού». Υπογραφή: Λένιν.

Στην Αθήνα αδιαφόρησαν. Δεν είχαν υπολογίσει τη βοήθεια των Ελλήνων κομμουνιστών, που αρχίζουν συνειδητά, προγραμματισμένα, τη διάβρωση του Στρατού, την υπονόμευση του ηθικού του.

Αλλ' ο Ελευθέριος Σταυρίδης, άλλοτε γενικός γραμματεύς του Κ.Κ.Ε., δεν διστάζει ν' αποκαλύψει την αλήθεια. Η Μόσχα είχε στείλει εγγράφως οδηγίες στους Έλληνες κομμουνιστές, που όφειλαν να προπαγανδίζουν, ότι ...ο Βενιζέλος είχε κάνει την εκστρατεία της Μικράς Ασίας για να κερδίσουν οι Αγγλοι τα πετρέλαια της Μουσούλης." 


Γιάννης Καψής - Χαμένες Πατρίδες, 1962
Ηταν καί η Αριστερά ακόμα ένας ηθικός αυτουργός γιά τήν γενοκτονία του χριστιανικού στοιχείου από τό τουρκικό κράτος. Τήν ίδια ώρα πού ζητούσε αυτονόμηση γιά τούς Σλάβους της Μακεδονίας καί της Θράκης, γιά τούς Ελληνες της Μικράς Ασίας δέν έλεγε λέξη. Τα αντιπολεμικά δημοσιεύματα των ελληνικών κομμουνιστικών εντύπων, αποτέλεσαν κι ένα απρόσμενο δώρο για τους Νεότουρκους του Κεμάλ, οι οποίοι τα ανατύπωναν και τα σκόρπιζαν στις γραμμές του ελληνικού στρατού, ενισχύοντας έτσι την πτώση του ηθικού.

Αλλά ακόμα καί σήμερα, η Αριστερά δέν παίζει τό χαρτί της Τουρκίας; Διαδήλωσε ποτέ γιά τούς αγνοούμενους της Κύπρου; Αντ' αυτού στήριξε τό σχέδιο Αννάν. Διαδήλωσε ποτέ γιά τίς ιμπεριαλιστικές βλέψεις των Τούρκων στό Αιγαίο όπως έκανε γιά τούς Αμερικάνους στήν ... Κούβα; Διαδήλωσε ποτέ γιά τίς ρωμαίικες μεινότητες της Πόλης; Αντ' αυτού στηρίζει τήν ... τουρκική μειονότητα στήν Θράκη. Χαϊδεύει τίς τρομοκρατικές οργανώσεις πού ελέγχονται από ξένες μυστικές υπηρεσίες, ενώ καλοδέχεται τίς ορδές των ασιατών πού μας κουβαλούν οι μυστικές υπηρεσίες του Πακιστάν καί της Τουρκίας καί οι κάθες λογής μαφιόζοι.
«Χάρις στην εκτεταμένη προπαγάνδα του Ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που συνεργάστηκε με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τουρκίας 100.000 φυγόστρατοι ή λιποτάκτες απέφυγαν τον ελληνικό στρατό. Ομάδες των κομμουνιστών παλαιμάχων της Μικράς Ασίας καυχώνταν ότι είχαν παίξει οργανικό ρόλο, διαδίδοντας τη σύγχυση και τον πανικό ανάμεσα στις ελληνικές μονάδες, τις κρίσιμες μέρες του Αυγούστου του 1922, όταν ο τουρκικός στρατός διέσπασε τις ελληνικές γραμμές. Αν και η αποτελεσματικότητα των κομμουνιστών πρακτόρων την κρίσιμη στιγμή δεν πρέπει να υπερτιμηθεί, συνέβαλαν στην περαιτέρω διάσπαση του μετώπου, όταν η τουρκική επίθεση έφτασε στο αποκορύφωμά της». 

Σοβιετικός ιστορικός Νόβιτσεφ

ο τρικούπης παραδίδεται

«Πόλεμος πάντων πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς, και τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελευθέρους». Αυτά έλεγε ο Ηράκλειτος στήν αρχαιότητα. Αυτοί οι αρχαίοι τά είπαν όλα. Στόν πόλεμο διακρίνεται η ψυχή του ανθρώπου. Εκεί ξεχωρίζουν αυτοί πού μένουν στά χαρακώματα, από αυτούς πού τρέχουν στά μετόπισθεν. Εκεί ξεχωρίζουν αυτοί πού ρίχνουν καί τήν τελευταία σφαίρα τους στόν εχθρό, από αυτούς πού αυτοτραυματίζονται γιά να τούς μεταφέρουν στά νοσοκομεία. Εκεί ξεχωρίζουν αυτοί πού βοηθούν τούς πληγωμένους συντρόφους τους, απο αυτούς πού λεηλατούν τά τούρκικα χωριά καί βιάζουν τίς τουρκάλες. Εκεί ξεχωρίζουν αυτοί πού τρέχουν να καταλάβουν ένα λόφο, από αυτούς πού πετούν τά όπλα τρέχοντας. Εκεί ξεχωρίζουν οι αετοί πού πετούν στόν ουρανό, από τά σκουλήκια πού σέρνονται στό χώμα. Εκεί ξεχωρίζουν αυτοί πού πεθαίνουν ελεύθεροι από αυτούς πού παραδίδονται. Καί ο Τρικούπης παρέδωσε ολόκληρη τήν Α' Στρατιά.
«Απεγνωσμένα ο στρατηγός Τρικούπης προσπαθεί να επικοινωνήσει με τη Στρατιά, χωρίς να το κατορθώσει. Κι απελπισμένος, όταν φθάνει το μεσημέρι, χωρίς απάντηση από τη Σμύρνη, διατάζει εγκατάλειψη της γραμμής του Αφιόν. Ήταν ολέθρια η διαταγή εκείνη. Σύμπτυξη στο φως της ημέρας, τη στιγμή, που ο εχθρός διατηρεί επαφή με τις γραμμές μας, δεν είναι δυνατό να επιχειρηθεί με τάξη. Ολόκληρο το Α' Σώμα Στρατού φεύγει διαλυμένο. Ο Κεμάλ, ψηλά στο παρατηρητήριο του, δεν μπορεί να πιστέψει στα μάτια του - πανηγυρίζει. Γρήγορα όμως συνέρχεται από τη χαρά, από το μεθύσι της νίκης και διατάζει «απηνή καταδίωξιν» του Στρατού μας που φεύγει. Ευτυχώς, η διαταγή εκείνη δεν εκτελέστηκε, διαφορετικά ο Κεμάλ θα έφθανε πολύ πιο γρήγορα στη Σμύρνη. Και δεν εκτελέστηκε, γιατί στο Στρατό μας δεν υπήρχαν μόνο πανικόβλητοι φυγάδες.

Ο Τρικούπης διατάζει την υποχώρηση των μονάδων του Α' Σώματος να καλύψουν δύο Συντάγματα - τό απόσπασμα Λούφα και το 5/42 του Πλαστήρα. Οι δύο αυτές μονάδες, πειθαρχημένες, με ακλόνητο το ηθικό, ακολουθούν το Στρατό μας που υποχωρεί. Είναι θλιβερό κι αχάριστο το καθήκον τους, πρέπει να προστατεύσουν τους φυγάδες, και να υποχωρούν μαζί τους, τη στιγμή που θα ήθελαν να μείνουν - να μείνουν και να δώσουν στους Τούρκους ένα ακόμη μάθημα της ελληνικής λεβεντιάς. Και ενώ υποχωρούν δεν περιορίζονται στο ν' αποκρούσουν τους Τούρκους. Γυρίζουν κι εξαπολύουν μικρές αντεπιθέσεις.

Η υποχώρηση του Α' Σώματος αφήνει εκτεθειμένο το δεξιό του Γ' Σώματος στους Τούρκους. Και ο σωματάρχης Διγενής προτιμά την ευκολότερη λύση: διατάζει και αυτός σύμπτυξη των δυνάμεων του. Κι όμως οι άνδρες του δεν έχουν ρίξει ούτε μια τουφεκιά - δεν έχουν καν παρενοχληθεί από τις τουρκικές περιπόλους. Ο στρατηγός Διγενής σκέπτεται το δεξιό του. 'Ηταν, άραγε, τόσο δύσκολο να σκεφθεί, ότι και το αριστερό των Τούρκων παρέμενε εκτεθειμένο; Δίπλα του, ένας συνάδελφος του και χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες δοκιμάζονταν από τις αλλεπάλληλες τουρκικές επιθέσεις, Κι όμως το Γ' Σώμα Στρατού δεν έσπευσε να τους ενισχύσει. Η δικαιολογία ήταν και στη περίπτωση αυτή, η ίδια: το Γ' Σώμα δεν είχε διαταγή της Στρατιάς. Κι ο Χατζηανέστης παρακολουθούσε αδιάφορος το δράμα του Στρατού του.

Ήταν δραματικός ο αγώνας της 15ης Αυγούστου. Οι περισσότερες μονάδες μας βρίσκονταν σε διάλυση, φεύγουν κι απειλούν να μεταδώσουν τον πανικό και στους άλλους. Ο στρατηγός Τρικούπης ελπίζει, ότι θα κατορθώσει να καταλάβει και να οργανώσει τη δεύτερη γραμμή άμυνας. Και περιμένει την ενίσχυση τη Ομάδας Φράγκου. Αλλά ο τελευταίος αγνοεί τις προθέσεις του Σώματος και βλέποντας τους Τούρκους να κινούνται προς Τουμλού Μπουνάρ με προφανή σκοπό ν' αποκόψουν την υποχώρηση αποφασίζει να συμπτυχθεί όσο γίνεται πιο γρήγορα. Στην απόφαση του αυτή συνέβαλαν και τα πολυάριθμα κρούσματα πανικού και λιποταξίας - έπρεπε να κερδίσει χρόνο για να ανασυντάξει τις δυνάμεις του.

Δεν είχε λάβει ακόμη οριστική απόφαση ο στρατηγός Φράγκου, όταν είδε ένα τραγικό θέαμα - ένα συρφετό στρατιωτών μας να κατεβαίνει τρέχοντας σχεδόν, τα υψώματα του Μπακσιμέ. Ήταν τ' απομεινάρια της 4ης Μεραρχίας και δύο ταγμάτων της 12ης. Φθάνουν στις γραμμές μας αλλά και πάλι δεν σταματούν. Κι όμως οι Τούρκοι βρίσκονται μακριά. Τους πανικόβλητους φυγάδες ακολουθούν δύο συντάγματα, που πειθαρχημένα και διατηρώντας τη συνοχή τους, είναι έτοιμα να δώσουν μάχη: Το απόσπασμα Λούφα και το 5/42 του Πλαστήρα. Οι διοικητές τους παρουσιάζονται στον Φράγκου, αλλά δεν μπορούν να τον πληροφορήσουν πού βρίσκονται οι υπόλοιπες μονάδες. Η κατάσταση είναι απελπιστική. Κι ο Φράγκου δεν διστάζει πλέον. Στον Πλαστήρα, που ζητεί διαταγές, συνιστά - μια και δεν ανήκει στη δύναμη του - να καταλάβει τα υψώματα Χασάν Ντεντέ Τεπέ. Ήταν γνώστης της περιοχής κι ο καταλληλότερος για να την υπερασπίσει. Λίγες ώρες αργότερα ακολουθούν και τα υπόλοιπα τμήματα.

Θα πρέπει, στο σημείο αυτό, ν' αναφερθεί ένα περιστατικό, που χαρακτηρίζει την αδράνεια και τη μοιρολατρικότητα που επέδειξε, στις κρίσιμες εκείνες στιγμές, ο Τρικούπης. 'Αφησε να χαθεί πολύτιμος χρόνος, περιμένοντας να συνδεθεί μαζί του η Ομάδα Φράγκου. Κι όταν αποφασίζει να κινηθεί πάλι, η προσπάθεια του είναι να ενωθεί με τον Φράγκου. Κι όμως το απόγευμα της 15ης Αυγούστου του δίνεται η ευκαιρία αυτή, αλλά δεν σπεύδει να την εκμεταλλευθεί.

Το μεσημέρι της μέρας εκείνης, περίπολος αναγνώρισης της 1ης Μεραρχίας, υπό τον ανθυπασπιστή Νάκη συναντάται, στον αυχένα του Ουλουτζάκ με τον λοχαγό Πυροβολικού Καβρή της 9ης Μεραρχίας. Κι ο ανθυπασπιστής Νάκης του εκθέτει την κατάσταση της Μεραρχίας του. Από τον αυχένα εκείνο ο λοχαγός Καβρής μπορούσε να δει ότι αγνοούσε ο στρατηγός του, που είχε το στρατηγείο του στο Ουλουτζάκ, στη κατηφόρα του ορεινού όγκου, που τον χώριζε από την Ομάδα Φράγκου. Κι ο ανθυπασπιστής Νάκης του έδειξε, κάτω εκεί στην κοιλάδα του Ντους Αγάτς τα στίφη των Τούρκων να σπεύδουν προς το Τουμλού Μπουνάρ. Ήταν ατέλειωτη η φάλαγγα του εχθρού, που δεν μπορούσε να πιστέψει στην ανέλπιστη τύχη - ο εχθρός είχε καθηλωθεί μόνος του και περίμενε να τον κυκλώσουν.

Αλλά ο λοχαγός Καβρής είδε κι ένα άλλο θέαμα - είδε τα μπουλούκια των φυγάδων της 4ης και της 12ης Μεραρχίας να υποχωρούν τρέχοντας μπορούσε να διακρίνει, από τη πανοραμική εκείνη θέση, τα δυο μοναδικά πλέον, συντεταγμένα τμήματα - τους άνδρες του Πλαστήρα και του Λούφα - να συγκρατούν την τουρκική πλημμυρίδα. Κι η αναφορά, που υπέβαλε μισή ώρα αργότερα στον μέραρχο του συνταγματάρχη Γαρδίκα, διαφώτιζε απόλυτα τις προθέσεις του εχθρού - έδινε ανάγλυφα τη στρατιωτική κατάσταση της στιγμής εκείνης.

Ο μέραρχος Γαρδίκας, με τον επιτελάρχη του ταγματάρχη Μπασακίδη πηδούν σε άλογα και τρέχουν να ενημερώσουν τον σωματάρχη. Είναι τόσο βέβαιος ο Γαρδίκας, ότι ο Τρικούπης θα διέταζε την άμεση κίνηση προς το Τουμλού Μπουνάρ, ώστε πριν να φύγει, δίνει προκαταρκτικές εντολές στα τμήματα του. Και, ενώ καλπάζει προς το επιτελείο του Τρικούπη, φωνάζει στους διοικητές των τμημάτων να ετοιμασθούν - στους μεταγωγικούς ν' ανοίξουν το δρόμο. Είχε βιασθεί όμως.

Ο Γαρδίκας έφθασε στο επιτελείο του Σώματος στις 4.30' το απόγευμα. Αναφέρει την κατάσταση και εισηγείται την δια νυκτερινής πορείας προώθηση προς τον ορεινό όγκο του Τουμλού. Αλλ' ο Τρικούπης αρνείται: «Είμαι εν αναμονή διαταγών της Στρατιάς», λέγει και δίνει στο Γαρδίκα να καταλάβει, ότι δεν επιθυμεί να συνεχιστεί η συζήτηση. Κι όμως, αν έβγαινε από τη σκηνή του, αν έκανε μια σύντομη επιθεώρηση των μονάδων του, θα διαπίστωνε ότι δεν μπορούσε να περιμένει, τα τμήματα δεν μπορούσαν να διατηρήσουν τη συνοχή τους - το ηθικό των ανδρών ήταν εκμηδενισμένο.» 


Γιάννης Καψής - Χαμένες Πατρίδες, 1962
Η αδράνεια του Τρικούπη είχε ως αποτέλεσμα νά αποκοπεί η ομάδα του από τήν ομάδα Φράγκου ο οποίος εκινείτο μέ κατεύθυνση τήν οχυρη τοποθεσία του Τουμλού Μπουνάρ. Ανοίχτηκε μεταξύ τους ένα κενό 25 χιλιομέτρων τό οποίο δέν έμεινε απαρατήρητο από τό επιτελείο του Κεμάλ. Οι Τούρκοι κινήθηκαν με τό σύνολο των δυνάμεών τους εναντίον του ευάλωτου τμήματος δηλαδή της Στρατιάς του Τρικούπη, ενώ τό ιππικό τους φρόντιζε νά μην έρχονται σε επικοινωνία τά δύο αποκομμένα τμήματα του ελληνικού στρατού.

Ελληνες εναντίον Τούρκων Μικρά Ασία 1922

Στίς 16 Αυγούστου 1922, η ομάδα Τρικούπη έδωσε σκληρή μάχη στό Χαμούρκιοϊ. Η 9η Μεραρχία είδε τούς αξιωματικούς της να τραυματίζονται ή νά σκοτώνονται καί τό ηθικό των στρατιωτών της να κλονίζεται περαιτέρω. Γεώργιος Παπαστεργίου, Γεώργιος Καλλιεγκάκης, Αθανάσιος Πουρνάρας ήταν μερικοί από τούς αξιωματικούς πού σκοτώθηκαν εκείνη τήν ημέρα. Η ομάδα Τρικούπη βρέθηκε τελείως κυκλωμένη απο τίς τουρκικές μεραρχίες καί τή νύχτα ξεκίνησε πάλι, αποδεκατισμένη τήν πορεία της πρός τά δυτικά.

Η ομάδα Φράγκου ήταν εγκατεστημένη στό Τουμλού Μπουνάρ. Τό πρωΐ της 16ης Αυγούστου δέχτηκε ισχυρή επίθεση στό χωριό Καραγκιοσελί, όπου κράτησε τίς θέσεις της. Τό μεσημέρι ο Πλαστήρας πού μάχονταν στό κέντρο της διάταξης, επικοινώνησε τηλεφωνικά μέ τήν 1η Μεραρχία καί τόν Φράγκου, ζητώντας νά αναλάβει άμεση αντεπίθεση γιά να κινηθεί ανατολικά καί να ενωθεί μέ τήν ομάδα Τρικούπη. Η αντεπίθεση δέν έγινε ποτέ καί ο Τρικούπης έτσι καταδικάστηκε σέ συντριβή. Μέ τή δύση του ηλίου ο Φράγκου έδωσε διαταγή γιά σύμπτυξη των μεραρχιών του, ακόμα δυτικότερα στό Ισλάμκιοϊ.
«Αλή Βεράν - η χαράδρα του θανάτου

Ο Τρικούπης θέλει να προχωρήσει. Σκοπός του είναι το Μπανάζ. Ελπίζει ακόμη να ενωθεί με τον Φράγκου και να οπισθοχωρήσει προς Σμύρνη, υπερασπιζόμενος σπιθαμή προς σπιθαμή τη ποτισμένη μ' αίμα γη. Θέλει να εκτελέσει κατά γράμμα τη διαταγή του αρχιστράτηγου. Θέλει να προχωρήσει, αλλά δεν προφθαίνει. Οι Τούρκοι τον υποχρεώνουν να σταθεί και να δώσει μάχη, να πολεμήσει εκεί που θέλει ο Κεμάλ - μέσα σε μια κοιλάδα, που την περιβάλλουν άγρια βουνά, γεμάτα τουρκικά πυροβόλα. Ο εχθρός έχει συντριπτική υπεροχή. Κι όμως ο Τρικούπης δεν διστάζει να τον αντιμετωπίσει. 'Ηταν γενναίος αξιωματικός. Προσπαθεί να εκμεταλλευθεί κάθε πτυχή του εδάφους και διατάζει ν' αναπτυχθούν τα τμήματα στους δίδυμους λόφους Αντά. Στους πρόποδές τους βρίσκεται το Αλή Βεράν...

Είναι τόσο λίγοι οι δικοί μας, ώστε ο Τρικούπης σχηματίζει εφεδρείες με τους γραφείς, τους τηλεφωνητές. Ακόμη και μ' ελαφρά τραυματισμένους. Κι όταν βλέπει, ότι υπάρχουν ακόμη κενά διατάζει μια πυροβολαρχία του να καλύψει το δυτικό τομέα. Ακόμη και τα πυροβόλα μας πολεμούν στις προφυλακές. Όλοι, μέχρι τον τελευταίο στρατιώτη, αντιλαμβάνονται τη σημασία της μάχης εκείνης. Κι είναι αποφασισμένοι να πληρώσουν ακριβά τη ζωή τους. Στη κρίσιμη όμως στιγμή, στο λατομείο, όπου έχει εγκαταστήσει το στρατηγείο του ο Τρικούπης, φθάνει ασθμαίνων ο ανθυπολοχαγός Καραμάνος Κωνσταντίνος. Συνοδεύεται από τέσσερις Τσολιάδες, και τ' άλογά τους κοντεύουν να σκάσουν, τα πλευρά τους είναι γεμάτα αίματα απ' τ' άγριο σπηρούνισμα. Ο τολμηρός εκείνος ανθυπολοχαγός έχει περάσει μέσα απ' τις τουρκικές γραμμές. Είναι απεσταλμένος του Πλαστήρα. Ο διοικητής του 5/42 δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τον οπτικό - έχει βαρειά συννεφιά, ομίχλη. Και διέταξε τον Καραμάνο να φθάσει «πάση θυσία» στον Τρικούπη, ο οποίος, στην επίσημη έκθεσή του γράφει:

«Ότι αποσταλείς σύνδεσμος μου ανέφερε προφορικώς, ότι ύπήρχεν ήμιονική οδός, ήτη έκ τού χώρου τής μάχης εβαίνε προς τήν ύπό τού συνταγματάρχου Πλαστήρα κατεχομένην θέσιν, πρός νύκτα, εάν έπεθύμουν. Δεδομένου, όμως, ότι αί μονάδες εστερούντο τελείως, ου μόνον τροφών, αλλά καί ανεφοδιασμού, αν βεβαίως δέν θά επετύγχανον επί τών κορυφών τών ορέων τού Τουμλού Μπουνάρ, διά τούτο απεφάσισα, εάν ή μάχη εξειλίσσετο ομαλώς, μέχρις επελεύσεως τού σκότους, νά κατευθύνω τά στρατεύματα πρός Μπανάζ, όπου, ώς έκ τής προστασίας τού αποσπάσματος Πλαστήρα επί τού Χασάν Ντεντέ Τεπέ, υπήρχε μεγίστη πιθανότης νά συναντηθώ μετά τών Μεραρχιών 1ης και 7ης...».

Η προσφορά του Πλαστήρα είχε απορριφθεί μ' ελαφρά καρδία. Χωρίς να διστάσει, χωρίς να πολυσκεφθεί, ο Τρικούπης ψιθυρίζει:

- Καλύτερα να πάμε προς Μπανάζ... και γυρίζοντας προς το στρατηγό Διγενή τον ρωτά: Τι λες κι εσύ, Κίμων;

- Κι εγώ συμφωνώ, καλύτερα προς Μπανάζ.

Ο Τρικούπης, με την άρνηση του να οπισθοχωρήσει αμέσως από το Αφιόν είχε υπογράψει τη καταδίκη των ανδρών του. Απορρίπτοντας τη πρόταση του Πλαστήρα, υπέγραψε το διάταγμα της εκτέλεσης τους. Ο τίμιος και γενναίος εκείνος αξιωματικός, μέχρι τελευταία στιγμή, δεν κατόρθωσε ν' αναδειχθεί σε αρχηγό. Έμεινε ένας πειθαρχικός εκτελεστής διαταγών - τίποτε περοσσότερο. Δεν ήταν δική του ευθύνη η σφαγή του Αλή Βεράν. Περισσότερο υπεύθυνοι ήταν εκείνοι, που τον όρισαν ως αντικαταστάτη του υπέροχου Νίδερ. Διαβάζοντας κανείς την έκθεση του, δεν μπορεί να συγκρατήσει το σπαρακτικό παράπονο ενός ολόκληρου λαού: Γιατί ο Τρικούπης να μην ήταν μεγάλος; Γιατί στη θέση του να μην ήταν ο Πάγκαλος, ο Παρασκευόπουλος; Χιλιάδες παλικάρια θα διηγόντουσαν σήμερα τη μεγάλη νίκη στα παιδιά τους - δεν θα ήταν άταφα κουφάρια στη καταραμένη κοιλάδα του Αλή Βεράν.

Πώς να περιγράψει κανείς τη μάχη εκείνη; Παρόμοιά της δεν έχει άλλη η πολυτάραχη Ιστορία μας. Πώς να ζωγραφίσει τα λαμπρά παλικάρια; Δεν ήταν ήρωες οι πολεμιστές του Αλή Βεράν - ημίθεοι, Αίαντες και Ηρακλείς πολεμούσαν στις γραμμές μας. Είναι εκείνοι, που το ζοφερό απομεσήμερο της καταραμένης ημέρας, την ώρα της συμφοράς, τη στιγμή που στα φλογισμένα μέτωπα τους νιώθουν το παγερό χάδι του Χάρου, δεν δειλιάζουν. Ξεδιπλώνουν τις Κυανόλευκες, τραβούν τις ξιφολόγχες κι ορμούν. Η κραυγή «Αέρα!» αντηχεί και πάλι στα φαράγγια της Ασίας. Κακόμοιρες πατρίδες.... Πόσο καιρό είχατε να σκιρτήσετε στο γλυκόλογο αυτό... «Αέρα!»... Χαρήτε το... Θάναι το τελευταίο... Δεν χρειάζονται δάκρυα για τους ημίθεους - οι θνητοί θέλουν και δάκρυα και λειτουργίες. Εκείνοι είναι αθάνατοι. Γι άλλους ας τρέξουν τα δάκρυα... Γι' αυτούς, που και στις υπέροχες τούτες στιγμές δεν μπορούν να ξεκολλήσουν απ' το χώμα. Είναι σκουλήκια που κατέτρωγαν τα σωθικά της περήφανης Στρατιάς. Την ώρα, που οι συνάδελφοι τους πεθαίνουν για να μείνουν αθάνατοι, εκείνοι φεύγουν για να μην υπάρξουν ποτέ. Να γιατί δεν αναφέρονται τα ονόματά τους. 'Ηταν λίγοι, αλλά τόσο δειλοί, τόσο μεγάλο το κακό που έκαναν, ώστε αιώνια πρέπει να τους βαραίνει τ' ανάθεμα της Φυλής.

- Γιαλλάχ! Γιαλλάααχ!...

Ήταν απίστευτη η λύσσα των Τούρκων. Επιτίθενται και το πυροβολικό τους ξερνά άφθονο το καυτό σίδερο. Σκαρφαλωμένα στις γύρω πλαγιές τα τουρκικά πυροβόλα, μεταβάλλουν τη κοιλάδα σε Κόλαση. Οι οβίδες σκάζουν η μιά δίπλα στην άλλη κι οι εκρήξεις τους πνίγονται μέσα στις σάρκες των ανδρών μας. Οι Τούρκοι ορμούν, αλλ' οι γενναίοι μας δεν φεύγουν. Εκεί, στην είσοδο της χαράδρας του Αλή Βεράν, έχει γαντζωθεί η 13η Μεραρχία. Οι «Μεμέτηδες» πλησιάζουν δεν τους ρίχνουν. Περιμένουν και, όταν φθάνουν στα 200 μέτρα, τους τσακίζουν. Στη κρίσιμη εκείνη στιγμή κάνουν οικονομία στα πυρομαχικά τους. Αλλά το κόκκινο λεφούσι επιστρέφει σαν το μανιασμένο κύμα της πλημμύρας.

Κι η τιτανομαχία αρχίζει. Κανένας - ναι, είναι αλήθεια - Στρατός του Κόσμου δεν θα μπορούσε να πολεμήσει όπως οι γενναίοι της 13ης. Έχουν γαντζωθεί στα μετερίζια τους, κι δεν φεύγουν. Πώς μπορούσαν ν' αφήσουν την αγαπημένη γη; ' Ηταν τα ίδια εκείνα χώματα, που πριν δυο χρόνια, με τον Κονδύλη, τον Διαλέτη, τον Πλαστήρα, είχαν απελευθερώσει. Πώς θα τ' άφηναν τώρα; Δεν φεύγουν, πολεμούν. Και μαζί τους μάχονται ο Αβράμπος κι ο Τσάκαλος, ο σεμνός εκείνος ήρωας, που γράφει τον επίλογο μιας επικής σταδιοδρομίας.

Στην κρίσιμη στιγμή ένα τάγμα διαλύεται. Δεν φεύγουν οι στρατιώτες μας. Ακολουθούν τον διοικητή τους. Κι είναι το βλέμμα τους γεμάτο απορία: Γιατί; Γιατί έφυγαν; Ίσως για να δώσουν τη θέση τους σ' έναν ήρωα. Ο ταγματάρχης Ματσούκας με μια τρομερή πολεμική κραυγή ξεσηκώνει τα παλικάρια του. Οι Τούρκοι φεύγουν και πάλι. Η μάχη έχει προσλάβει ένα δραματικό μεγαλείο. Δεξιά, ένα άλλο τάγμα κλονίζεται, βρέθηκε ένας ακόμη Έλληνας αξιωματικός να δειλιάσει. Οι Τούρκοι καταλαμβάνουν τον Δασωμένο Λόφο. Αν μείνουν, το παν έχει χαθεί. Και τότε ξεπροβάλλει καθαρά η ευθύνη αυτών, που προστάτεψαν τους δειλούς. Το τάγμα διαλύεται. Οι άνδρες φεύγουν κι ο πανικός τους απειλεί να μεταδοθεί και στους άλλους. Δεν υπάρχει παρά μία μόνο ελπίδα. Ο ταγματάρχης Βλάχος διατάζεται ν' αναλάβει τη διοίκηση του διαλυθέντος τάγματος. Βιαστικά αποχαιρετά τους ουλαμίτες του: «Παιδιά, το νου σας...», φωνάζει. Κι αρπάζοντας μια σημαία σπεύδει. Οι στρατιώτες του - οι άνδρες της νέας μονάδας του - τρέχουν σαν λαγοί, πανικόβλητοι.

«Πού πάτε, μωρέ;...» βροντοφωνεί ο Τσάκαλος. «Αυτά τα σκυλιά φοβάστε; Εμπρός μαζί μου...»

Ήταν θαυματουργά τα λόγια εκείνα. Οι «λαγοί» μεταβάλλονται σε λιοντάρια. Το «Αέρα» τους είναι ένας τρομακτικός βρυχηθμός. Οι λόγχες ξεκοιλιάζουν τους Τούρκους και τα «Μεμέτια» τρέπονται σε φυγή. Ο Τσάκαλος Διοικεί το 2ο Σύνταγμα ο γενναίος αξιωματικός και κατέχει δύο λόφους, που δέσποζαν της οδού προς Αλή Βεράν - ενός καρόδρομου, ποτισμένου με αίμα. Μαζί με το Δασωμένο Λόφο, οι θέσεις του 2ου Συντάγματος είναι το κλειδί της άμυνας. Στον Τσάκαλο έστειλε η Μοίρα δύο υπέροχα παλληκάρια: τον Τσάμη και τον Ζερβογιάννη. Γρήγορα όμως μετάνοιωσε και του στέλνει κι αυτόν, που θα τον έσερνε στο θάνατο. Είναι ο ταγματάρχης που κιοτεύει. Δειλιάζει και φεύγει και φεύγοντας συμπαρασύρει τους άνδρες του. Αστραψε ο Τσάκαλος. Να φύγει το Σύνταγμα του; Έχει διαταγή να «κρατηθεί επί των θέσεων του μέχρι της νυκτός». Μέχρις ότου το σκοτάδι λυτρώσει τα σακατεμένα τμήματα.

Ο Τσάκαλος βρίσκεται 200 μέτρα μόνο πίσω από τη πρώτη γραμμή. Έχει τη σημαία και μία χούφτα γενναίων - είναι οι εφεδρείες του. Η Γαλανόλευκη ξεδιπλώνεται και πάλι και με το περίστροφο στο χέρι ο Τσάκαλος ορμά. Γύρω όλοι είναι πεσμένοι στη γη. Το τουρκικό πυροβολικό βάλλει με ρυθμό... πολυβόλων. Το καυτό σίδερο έχει ανασκάψει τη κοιλάδα. Οι οβίδες του είναι εγκαιροφλεγείς. Αλλ' ο Τσάκαλος προχωρεί. Οι άνδρες του αναθαρρεύουν κι απωθούν τους Τούρκους. Η νίκη έχει σιμώσει. Και τη στιγμή εκείνη η ζηλόφθονη Μοίρα παίρνει τον Τσάκαλο. Μια εγκαιροφλεγή οβίδα τσακίζει τα πόδια του - τα κόβει σύρριζα από το κορμό. Ο Τσάκαλος πέφτει και στο γκρέμισμα του αντήχησε η καταραμένη κοιλάδα. Με τα χέρια του προσπαθεί να κρατήσει το αίμα, τη ζωή, που του φεύγει. Ζητεί να τον στήσουν σ' ένα μικρό βράχο. Θέλει να παρακολουθεί τους άνδρες του. Κι όταν τους βλέπει να προχωρούν, το πρόσωπο του φωτίζει ένα πονεμένο χαμόγελο. Αλλ' ο θάνατος σκοτεινιάζει γρήγορα το βλέμμα του κι αγωνιά:

- «Πώς πάμε; Πέστε μου, πώςπάμε;»

- «Νικήσαμε... οι Τούρκοι φεύγουν», του λένε, θέλοντας να γλυκάνουν τις τελευταίες του στιγμές.

Τη μάχη τη κέρδισε, έτσι τουλάχιστον, πιστεύει ο γενναίος αξιωματικός. Και στα τελευταία λεπτά της ζωής του αφήνει τη σκέψη να τρέξει πίσω, εκεί πέρα στη ξελογιάστρα Σμύρνη. Πίσω απ' το διοικητήριο, σ' ένα από τα σμυρνέϊκα αρχοντικά, μια κοπέλλα περιμένει τον ερχομό του - είναι η μνηστή του.

- «Να της δώσεις τα πράγματα μου, λέει σ' ένα νεαρό αξιωματικό του. Και πες να μη λυπηθεί. Πεθαίνω ευχαριστημένος...» 


Γιάννης Καψής - Χαμένες Πατρίδες, 1962
Μέσα στή νύχτα τά αποσπάσματα της Στρατιάς του Τρικούπη κινούνται πρός Μπανάζ. Σκοπός του στρατηγού είναι να φθάσει στό Ουσάκ καί να ενωθεί μέ τόν Φράγκου. Αλλά το έδαφος ήταν ορεινό αφού παρεμβαλόταν ο βράχος του Μουράτ Νταγ. Μέσα στή νύχτα ο Τρικούπης έχασε τόν δρόμο καί βρέθηκε να περιπλανιέται μέσα από στενά ορεινά μονοπάτια. Χρειάσθηκε άλλες τρεις ώρες για να φθάσει στο Ογιουτσούκ η φάλαγγα του Τρικούπη. Κι εκεί πληροφορήθηκαν, ότι ο Πλαστήρας είχε συμπτυχθεί μόλις δύο ώρες πριν. Τό πέρασμα είχε καταληφθεί από τους Τούρκους κι η φάλαγγα σταμάτησε. Ο Τρικούπης πάλι πήρε λανθασμένη απόφαση καί δέν επιχείρησε νά διασπάσει τόν κλοιό, κάτι πού έκανε μόνος του ο διοικητής της 9ης Μεραρχίας συνταγματάρχης Γαρδίκας.

Αφιόν Καραχισάρ - Τρικούπης

Μάταια προσπαθούσε να πείσει τόν Τρικούπη, ότι είχαν απέναντι τους μόνο ιππείς και θα μπορούσαν να τους διαλύσουν με την ξιφολόγχη. Κι όταν βλέπει, ότι οι εισηγήσεις του δεν εισακούονται, ότι οι επιτελικοί φοβούνται ν' αντιμετωπίσουν λίγους καβαλλάρηδες, πηδά στ' άλογο του φωνάζοντας:«Εμπρός η 9η... Βαδίζομε προς Πλαστήρα». Ακάθεκτος, απτόητος, καταδιώκει τις περιπόλους του εχθρικού ιππικού, περνά το Μουράτ Νταγ και φτάνει στην αμαξιτή οδό Τσεντές-Ουσάκ. Ο δρόμος πλέον είναι ανοικτός. Η 9η Μεραρχία έχει διαφύγει την αιχμαλωσία.
«Οι αποτελούντες φάλαγγα άνδρες από της πρωΐας της 16ης μέχρι τής εσπέρας της 18ης Αυγούστου, ουδόλως είχον αναπαυθή, ότε μέν προπορευόμενοι, ότε δέ μαζόμενοι καί όντες επί πλέον νήστεις. Η κόπωσις, η ασιτία καί οι παντοειδείς συγκινήσεις ιδίως εκ της μάχης της 17ης Αυγούστου επέφερον εις πολλούς σημαντικήν εξάντλησιν καί ποιάν τινά ψυχικήν διαταραχήν.» 

Στρατηγός Νικόλαος Τρικούπης - Αναμνήσεις
Τήν 19η Αυγούστου τά υποχωρούντα τμήματα του Α' καί Β' Σώματος Στρατού άλλαξαν δύο φορές κατεύθυνση γιά νά αποφύγουν συμπλοκή μέ τόν εχθρό, πού λόγω της ολοκληρωτικής σχεδόν εξάντλησής τους, δέν ήταν σέ θέση να φέρουν εις πέρας. Στίς 20 Αυγούστου, οι στρατιώτες κατευθυνόμενοι πρός Ουσάκ, συμπλήρωναν άϋπνοι και νηστικοί οκτώ ημέρες πορείας καί άγριων μαχών.

Η φάλαγγα 1.500 ανδρών καί 82 αξιωματικών του συνταγματάρχη Κολλιδόπουλου καί του υποστράτηγου Δημαρά, εξαντλημένη καί χωρίς πυρομαχικά παραδόθηκε στούς Τούρκους στό όρος Μουράτ Δάγ. Από αυτή τή φάλαγγα είχε αποκοπεί τήν προηγούμενη, λόγω διαφωνίας ο ταγματάρχης Γεώργιος Τσολάκογλου (ο μετέπειτα κατοχικός πρωθυπουργός), πού μαζί μέ αξιωματικούς καί οπλίτες της 4ης μεραρχίας, ακολουθώντας διαφορετικό δρομολόγιο, έφθασε στό Ουσάκ τό πρωΐ της 19ης Αυγούστου καί ενώθηκε μέ τήν ομάδα Φράγκου.

Στίς 20 Αυγούστου, η ομάδα Τρικούπη, ακολουθούμενη από Αρμένιους καί Ελληνες πρόσφυγες, έφθασε στό τουρκοχώρι Καρατζά Χισάρ καί εκεί τόν πληροφόρησαν οι γέροντες πού είχαν απομείνει, ότι τό Ουσάκ, η τελευταία ελπίδα, έχει καταληφθεί από τήν προηγούμενη μέρα. Πολλοί στρατιώτες κατάκοποι αρνιόντουσαν νά συνεχίσουν τή μάχη καί ο Τρικούπης αποφάσισε τήν παράδοση. Ο Σπαρτιάτης αντισυνταγματάρχης της XII Μεραρχίας Αθανάσιος Σακέτας αρνήθηκε να παραδοθεί και εξόρμησε εναντίον των επερχόμενων εχθρών. Σκοτώθηκε από σφαίρα, τη στιγμή που σπάθιζε Τούρκους πεζούς. Το όνομα του δόθηκε αργότερα σε ένα στρατόπεδο της Αθήνας.

Ο Νικόλαος Τρικούπης και ο Κίμων Διγενής ήταν οι πρώτοι υψηλόβαθμοι Ελληνες αξιωματικοί στην ιστορία του Ελληνικού Στρατού, οι οποίοι παραδόθηκαν στον εχθρό και δέχονταν με σκυμμένο το κεφάλι την οργή αξιωματικών τους, όπως ο Βλάχος, ο οποίος έσχισε τίς τις επωμίδες του κλαίγοντας από ντροπή. 4.400 οπλίτες καί 190 αξιωματικοί ήταν οι αιχμάλωτοι, αλλά πολλοί Μικρασιάτες φαντάροι προτίμησαν νά αυτοκτονήσουν παρά να παραδοθούν γιατί αυτούς ειδικά οι Τούρκοι τούς βασάνιζαν καί τούς εκτελούσαν επί τόπου.
Η κυβέρνηση στήν πλήρη άγνοιά της, έπαυσε τόν Χατζηανέστη καί όρισε αρχιστράτηγο τόν ...αιχμάλωτο Τρικούπη. Ο τελευταίος θά μάθαινε τήν προαγωγή του από τόν ίδιο τόν Κεμάλ. Μόλις αντελήφθηκε τό λάθος η κυβέρνηση των Αθηνών, όρισε νέο αρχιστράτηγο τόν Γελωργιο Πολυμενάκο. Στρατός όμως δέν υπήρχε πλέον.